iefimerida
Ο Νίκος Καραθάνος μιλά στην κάμερα του iefimerida για τo «Τζένη Τζένη» που σκηνοθετεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, εξηγώντας γιατί επέστρεψε σε ένα έργο που αγαπάμε βαθιά, σαν συγγενή μας, και πώς το χιούμορ βοηθά να κρατηθούν ενωμένα όσα γύρω μας διαλύονται. Κρατάει μια φωτογραφία του Διονύση Παπαγιαννόπουλου μπροστά στο πρόσωπό του, δίπλα αυτή της Τζένης Καρέζη. Ο αεικίνητος σκηνοθέτης και ηθοποιός Νίκος Καραθάνος, που καταδύεται συνεχώς, πιο βαθιά, πιο λοξά, στο πηγάδι των ελληνικών τεχνών και γραμμάτων και της συλλογικής μνήμης, και αναδύεται πάντα με κάτι νέο που είναι όμως ήδη μέρος μας, αυτή τη φορά ασχολείται με τη θρυλική ταινία «Τζένη-Τζένη». Κρατάει, λοιπόν, την φωτογραφία του Παπαγιαννόπουλου διότι δεν σκηνοθετεί απλώς, αλλά θα ερμηνεύσει και τον ρόλο του στην παράσταση «Τζένη Τζένη. Ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ» που ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 23 Απριλίου. Μιλά στην κάμερα του iefimerida μέσα από τον χώρο των προβών κάπου στον Βοτανικό, λίγο πριν καταφθάσουν οι ηθοποιοί του: Χρήστος Λούλης, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Χαρούλα Αλεξίου, Ζέτα Μακρυπούλια, Κώστας Μπερικόπουλος... Θυμίζει ότι «η βελόνα της κωμωδίας όταν μπαίνει μέσα μας συγκρατεί τα συντρίμμια της κάθε μέρας. Μας ράβει ώστε να μην αποδιοργανωνόμαστε». Ο Νίκος Καραθάνος επιστρέφει σε μια ιστορία που όλοι κουβαλούν ήδη μέσα τους και την ανοίγει ξανά σαν ζωντανό σώμα, φέρνοντας στην επιφάνεια μια Ελλάδα που επιμένει να εμφανίζεται μέσα από το γέλιο, τις σχέσεις και την ανάγκη να βρεθούμε ξανά ο ένας δίπλα στον άλλον. Του ζήτησαν να σκηνοθετήσει ένα έργο στο πλαίσιο των 100 ετών από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη. «Διάλεξα το “Τζένη Τζένη”. Γιατί; Διότι αυτό το ξέρουμε απ’ έξω. Με αυτό χαμογελάγαμε», λέει, και με αυτή τη φράση ορίζει αμέσως το σημείο εκκίνησης της παράστασης, όχι ως αναβίωση μιας επιτυχίας αλλά ως επιστροφή σε κάτι που ήδη κατοικεί μέσα στον θεατή. Το έργο, όπως εξηγεί, δεν υπάρχει ως αυτόνομο θεατρικό κείμενο με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, αλλά ως σενάριο που έγινε ευρύτερα γνωστό μέσα από την ταινία της Finos Film, βασισμένο στο θεατρικό έργο «Η κατάσταση πραγμάτων». Αυτή η μετακίνηση από το θέατρο στον κινηματογράφο και τώρα ξανά στη σκηνή τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, γιατί κουβαλά ήδη μέσα της μια διαδοχή αναγνώσεων. Η αρχική ώθηση για την επιλογή του έργου συνδέεται με μια πιο προσωπική ανάγκη, που αφορά την ίδια τη σχέση με τη μνήμη και την εμπειρία του παρελθόντος. «Σου θυμίζει μια Ελλάδα που ζητάς, που έχασες, που θυμάσαι, που ίσως υπήρξε, ίσως δεν υπήρξε. Αυτά τα μυθικά μεσημέρια της ζωής μας, βλέποντας τα καλοκαίρια και αυτούς τους ανθρώπους», λέει, και μέσα σε αυτή τη διατύπωση η νοσταλγία αποκτά πιο σύνθετο χαρακτήρα, χωρίς να λειτουργεί ως εξιδανίκευση. Η επιστροφή στο έργο συνδέεται με μια ανάγκη επανασύνδεσης με κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα, κάτι που αφορά περισσότερο μια αίσθηση παρά μια συγκεκριμένη πραγματικότητα. «Είναι ανάγκη να ξανανιώσουμε κάτι. Να ξανανιώσουμε πού πήγε αυτή η αθωότητα», λέει, και φροντίζει αμέσως να αποσαφηνίσει τι εννοεί, μετακινώντας τη λέξη μακριά από την ηθική της διάσταση. «Όταν λέμε αθωότητα δεν το εννοούμε με τη χριστιανική έννοια. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι καθόλου αθώοι. Είναι απόλυτα ένοχοι». Η «αθωότητα» που τον ενδιαφέρει αφορά την ορατότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που εμφανίζονται μέσα στον κόσμο. «Ήταν όλα ορατά, δεν υπήρχε τοίχος, ακόμη και το σκοτάδι ήταν φωτεινό», συνεχίζει, και η φράση λειτουργεί σαν κεντρικός άξονας της σκέψης του, σαν ένας τρόπος να περιγράψει μια εποχή όπου οι άνθρωποι εμφανίζονταν ολόκληροι μέσα στον χώρο, με τις αντιφάσεις τους, με τις επιθυμίες τους, με την ανάγκη τους να επιβιώσουν. «Ήταν πολύ πιο φτωχοί από μας, πολύ πιο πονεμένοι, αναγκασμένοι να επιβιώσουν με κάθε τρόπο», λέει, και η διατύπωση δεν έχει καμία διάθεση εξιδανίκευσης, έχει μια καθαρότητα που φωτίζει τη συνθήκη χωρίς να την ωραιοποιεί. Αυτή η διαπίστωση λειτουργεί ως βασικός άξονας της σκηνοθετικής του προσέγγισης. Η παράσταση δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει μια εποχή, αλλά να φωτίσει έναν τρόπο ύπαρξης όπου οι ρόλοι, οι επιθυμίες και οι αντιφάσεις εμφανίζονται χωρίς επεξεργασία. Παράλληλα, αναγνωρίζει στη γραφή του Πρετεντέρη μια ακρίβεια που θεωρεί καθοριστική για τη λειτουργία της κωμωδίας. «Οι άνθρωποι τότε γράφανε πολύ καλά. Οι λέξεις είναι μελετημένες μία προς μία. Δεν πέφτει λέξη κάτω. Το χιούμορ τους και η σύνδεση των ηρώων είναι καταπληκτική και βαθιά θεατρική». Οι χαρακτήρες της «Τζένη Τζένη» λειτουργούν ως μια μικρογραφία μιας κοινωνίας που παραμένει αναγνωρίσιμη. Ο πλούτος, η εξουσία, οι σχέσεις εξάρτησης και η θέση της γυναίκας εμφανίζονται μέσα από την κωμωδία με έναν τρόπο που επιτρέπει στο κοινό να αναγνωρίσει και να γελάσει ταυτόχρονα. «Υπάρχουν οι πλούσιοι, υπάρχουν οι κομματάρχες, υπάρχουν αυτά. Να το, γελάστε. Και εμείς γελάμε». Το γέλιο, για τον Καραθάνο, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα. Είναι λειτουργία. Οι χαρακτήρες εμφανίζονται μέσα από τα λόγια του με σαφήνεια, σχεδόν με μια τρυφερή σκληρότητα. «Ο Κασσανδρής είναι ένας άνθρωπος που λέει είμαστε πλούσιοι και επιβάλλουμε την τάξη. Είναι ένας εφοπλιστής που αγοράζει τους πάντες, ακόμη και την αστυνομία. Η Τζένη είναι μια γυναίκα θυσιάζεται για όλα, και μια γυναίκα τον βγάζει πέρα», λέει, και η αφήγηση αφήνει τα πρόσωπα να σταθούν όπως είναι, αναγνωρίσιμα και ταυτόχρονα διαχρονικά. «Η βελόνα της κωμωδίας όταν μπαίνει μέσα συγκρατεί τα συντρίμμια της κάθε μέρας. Μας ράβει ώστε να μην αποδιοργανωνόμαστε». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιλέγει να συμμετέχει και ο ίδιος ως ηθοποιός, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου. «Τι να πούμε για τον Διονύση, θα μπορούσες να κάνεις ένα έργο μόνο για αυτόν», λέει. «Μου θυμίζει τους θείους μου, τους ανθρώπους στη γειτονιά. Τότε που βλέπαμε αυτούς τους ανθρώπους στην τηλεόραση και τους βλέπαμε και στη ζωή. Ακούγαμε τις φωνές τους στη γειτονιά». Από εκεί η συζήτηση επιστρέφει στους ανθρώπους της ομάδας, στους συνεργάτες, σε μια σχέση που υπερβαίνει το πλαίσιο της δουλειάς και μετατρέπεται σε μια μορφή κοινής πορείας. «Τους ανθρώπους που καλείς να σε βοηθήσουν τους μετράω πάρα πολύ και με πάρα πολύ κόμπο. Δεν τους εγκαταλείπω, ούτε αυτοί», λέει, και αυτή η φράση ανοίγει ξανά το κείμενο προς την αρχή του, προς αυτή τη βασική συνθήκη του «μαζί» που διατρέχει τα πάντα. «Είναι καλύτερα να είμαστε μαζί. Κυρίως αυτή την εποχή. Είναι καλύτερα να είμαστε μαζί παρά να βρισκόμαστε και να χανόμαστε», λέει. «Κάνεις οικογένειες, τις ξαναβρίσκεις, τρως χρόνο με ανθρώπους, βρίσκεστε μαζί για κάποιους μαγικούς λόγους που δεν εξηγούνται». Εκεί, μέσα σε αυτό το ανοιχτό πεδίο, η «Τζένη Τζένη» μετακινείται από την αναπαράσταση σε μια ζωντανή εμπειρία, σε έναν τόπο όπου το παρελθόν και το παρόν συναντιούνται χωρίς να συγχέονται, όπου το γέλιο παραμένει ενεργό και συνεχίζει να ράβει, πρόχειρα και αναγκαία, όσα γύρω του διαλύονται. Πρωτότυπο κείμενο: Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς Σκηνοθεσία – σύλληψη: Νίκος Καραθάνος Διασκευή – δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Αποσκίτης Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης Κοστούμια: Άγγελος Μέντης Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου Το ΣΚΟΥΤΑΡΕΪΚΟ · Τζένη Σκούταρη: Γαλήνη Χατζηπασχάλη · Κοσμάς Σκούταρης: Νίκος Καραθάνος · Ματίνα Σκούταρη: Άγγελος Παπαδημητρίου Το ΚΑΣΑΝΔΡΕΪΚΟ · Νίκος Μαντάς: Χρήστος Λούλης · Ντιάνα Κασανδρή: Χάρις Αλεξίου · Μίλτος Κασανδρής: Κώστας Μπερικόπουλος ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΕΣ · Υβόννη Καρίπη: Ζέτα Μακρυπούλια · Κλάρα Καρίπη: Ιωάννα Μαυρέα ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ · Ανδρέας Δερμέζης, Στράτος, μπράβος: Γιάννης Κότσιφας · Μίμης Φραγκόπουλος, νησιώτης, αστυνομικός: Αλέξανδρος Σκουρλέτης · Σοφία η υπηρέτρια: Ιωάννα Μπιτούνη Και 4μελής ορχήστρα Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site