Sigmalive
Υπάρχουν μικρά δημοσιεύματα που, ενώ μοιάζουν ταπεινά, λειτουργούν σαν καθρέφτες μιας ολόκληρης εποχής. Το απόκομμα της 5ης Απριλίου 1967, με τον βαρύ τίτλο «Ορθός θεσμός: Πιστοποιητικόν καλής υγείας μελλονύμφων», δεν είναι απλώς ένα ιατρικό ή κοινωνικό σχόλιο της στιγμής. Είναι ένα τεκμήριο της βαθιάς ανάγκης της κοινωνίας να ελέγξει το μέλλον της μέσα από το σώμα, τον γάμο και την αναπαραγωγή. Το κείμενο, όπως διακρίνεται, εισηγείται την καθιέρωση γενικού πιστοποιητικού υγείας πριν από τον γάμο, με επίκληση της πρόληψης μεταδοτικών και κληρονομικών νοσημάτων. Δεν μιλά μόνο η ιατρική. Μιλά και η εποχή. Μια κοινωνία που θέλει να προστατεύσει την οικογένεια, αλλά το κάνει με όρους θεσμικού ελέγχου, μια κοινωνία που δεν ξεχωρίζει εύκολα πού τελειώνει η φροντίδα και πού αρχίζει η επιτήρηση. Ως ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης, δεν διαβάζω εδώ μόνο μια πρόταση δημόσιας υγείας. Διαβάζω τη νοοτροπία ενός τόπου που έβλεπε τον γάμο όχι ως ιδιωτική ένωση δύο προσώπων, αλλά ως κοινωνικό συμβόλαιο με βιολογικές, ηθικές και εθνικές συνέπειες. Ο «υγιής» μελλόνυμφος δεν παρουσιαζόταν απλώς ως ευτυχέστερος άνθρωπος. Παρουσιαζόταν ως ασφαλέστερος φορέας της κοινωνικής συνέχειας. Και όμως, όποιος σπεύσει να αντιμετωπίσει το κείμενο μόνο ως απολίθωμα μιας αυταρχικής παλαιότητας, θα χάσει το πιο ουσιαστικό μάθημα. Διότι η βασική του αγωνία δεν εξαφανίστηκε. Μεταμορφώθηκε. Στην Κύπρο, η πρόληψη της θαλασσαιμίας εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα οργανωμένης δημόσιας υγείας, μέσα από πληθυσμιακό έλεγχο φορέων, γενετική συμβουλευτική και προγεννητική διάγνωση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αναφέρει την Κύπρο ως χώρα όπου ο προγαμιαίος έλεγχος για θαλασσαιμία αποτέλεσε καθιερωμένη πρακτική, ενώ το Cyprus Institute of Neurology and Genetics εξακολουθεί να περιγράφει ως εθνικό πρόγραμμα την πρόληψη της θαλασσαιμίας μέσω προγεννητικών εξετάσεων. Παράλληλα, εξειδικευμένες κλινικές στην Κύπρο προσφέρουν σήμερα γενετική συμβουλευτική σε ζευγάρια υψηλού κινδύνου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιστορική ειρωνεία: η ιδέα ότι η κοινωνία οφείλει να γνωρίζει τον γενετικό ή αιματολογικό κίνδυνο πριν από την τεκνοποίηση δεν πέθανε με το δημοσίευμα του 1967. Αντιθέτως, επιβίωσε και εκσυγχρονίστηκε. Η διαφορά είναι ότι σήμερα, τουλάχιστον στο επίπεδο της αρχής, δεν νομιμοποιείται ως ηθικός καταναγκασμός, αλλά ως ενημερωμένη επιλογή. Τόσο ο ΠΟΥ όσο και η σύγχρονη βιβλιογραφία για την πρόληψη της θαλασσαιμίας επιμένουν ότι τέτοια προγράμματα πρέπει να στηρίζονται στην αυτονομία του ατόμου ή του ζευγαριού, στην εμπιστευτικότητα, στη μη κατευθυντική συμβουλευτική και στην προστασία από διακρίσεις. Άρα, το παλιό δημοσίευμα δεν είναι ξένο προς το σήμερα. Είναι ο πρόγονος του σήμερα. Μόνο που το σημερινό “πιστοποιητικό” σπάνια φέρει αυτό το όνομα. Έχει γίνει αιματολογικός έλεγχος, γενετικό panel, προγεννητική διάγνωση, συμβουλευτική γονιμότητας, ψηφιακό ιατρικό αρχείο, βεβαίωση καταλληλότητας, check list κινδύνου. Το κράτος, η ιατρική, η αγορά της αναπαραγωγής και η κουλτούρα της πρόληψης συνεχίζουν να πλησιάζουν το ίδιο ερώτημα: ποιος είναι «κατάλληλος», με ποια κριτήρια, και για ποιο μέλλον; Εκεί όμως που οφείλουμε να είμαστε αυστηρότεροι από το 1967 είναι στο ηθικό λεξιλόγιο. Η φράση «καλή υγεία» δεν είναι ουδέτερη. Κρύβει πάντοτε έναν κίνδυνο: να μετατραπεί από εργαλείο προστασίας σε εργαλείο αποκλεισμού. Να περάσει, σχεδόν ανεπαίσθητα, από την πρόληψη στο στίγμα. Από τη μέριμνα στην ταξινόμηση ανθρώπων. Από τη θεραπευτική γνώση στη βιοπολιτική επιτήρηση. Η συλλογική μνήμη δεν υπάρχει για να γελοιοποιεί το παρελθόν. Υπάρχει για να μας προειδοποιεί. Το δημοσίευμα του 1967 μάς θυμίζει ότι οι κοινωνίες συχνά βαφτίζουν «ορθόν θεσμόν» ό,τι ανταποκρίνεται στους φόβους τους. Το δικό μας χρέος σήμερα είναι να κρατήσουμε την πρόληψη, αλλά να απορρίψουμε τον πατερναλισμό, να κρατήσουμε τη γνώση, αλλά να απορρίψουμε την ηθική ιεράρχηση των σωμάτων, να κρατήσουμε τη δημόσια υγεία, αλλά χωρίς να παραδώσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε κανένα νέο πιστοποιητικό. Γιατί τελικά το αληθινό ερώτημα δεν είναι αν η κοινωνία δικαιούται να νοιάζεται για την υγεία των ανθρώπων της. Το ερώτημα είναι αν ξέρει να το κάνει χωρίς να τους μετατρέπει σε φακέλους, κατηγορίες και προϋποθέσεις αποδοχής. Εκεί κρίνεται και η ωριμότητα μιας πολιτείας. Όχι στο πόσα πιστοποιητικά ζητά, αλλά στο πόση ελευθερία αφήνει μέσα στη φροντίδα. Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη Ιστοριοδίφη της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου Πηγή: Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» Απρίλιος 1967
Go to News Site