Sigmalive
Το Εφετείο επικύρωσε την κράτηση κατηγορούμενου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης. Η υπόθεση αφορά δύο κατηγορούμενους, με τον πρώτο –εφεσείοντα– να αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα σοβαρών κατηγοριών, μεταξύ των οποίων συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας για παράνομη διέλευση, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και επιθέσεις κατά αστυνομικών οργάνων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Παράλληλα, κατηγορείται και για παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που σχετίζονται με παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία και καθεστώς απαγορευμένου μετανάστη. Η υπόθεση εκκινεί από ένα περιστατικό που σημειώθηκε το βράδυ της 3ης Μαρτίου 2026 στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου και το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα του μαρτυρικού υλικού που οδήγησε τόσο στις κατηγορίες όσο και στη μετέπειτα δικαστική κρίση. Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το όχημα του πρώτου κατηγορούμενου ανακόπηκε γύρω στις 19:30 από τελωνειακούς λειτουργούς, τη στιγμή που –όπως καταγράφηκε στις καταθέσεις τους– επιχειρούσε να πραγματοποιήσει επαναστροφή για να επιστρέψει προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η αντίδραση του κατηγορούμενου, όπως περιγράφεται στη μαρτυρία, θεωρήθηκε κρίσιμη, αφού αντί να συμμορφωθεί στον έλεγχο, φέρεται να επιχείρησε να διαφύγει, προσκρούοντας μάλιστα σε άλλο όχημα. Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε, ένας εκ των τελωνειακών λειτουργών άνοιξε την πίσω πόρτα του οχήματος και εντόπισε τον δεύτερο κατηγορούμενο πεσμένο στα πίσω καθίσματα, γεγονός που ενίσχυσε την υπόνοια ότι επιχειρείτο παράνομη μεταφορά προσώπου εντός του εδάφους της Δημοκρατίας. Αμέσως κλήθηκε η αστυνομία, με μέλη της να σπεύδουν στο σημείο για ενίσχυση. Η κατάσταση κλιμακώθηκε περαιτέρω κατά την επέμβαση της αστυνομίας. Σύμφωνα με την κατάθεση αστυνομικού, ο πρώτος κατηγορούμενος όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες να σταματήσει, αλλά φέρεται να προσπάθησε εκ νέου να διαφύγει, παρασύροντας με το όχημά του αστυνομικό που επιχείρησε να τον ανακόψει. Όταν τελικά το όχημα ακινητοποιήθηκε, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να εξέλθει και αντιστάθηκε στη σύλληψη, σπρώχνοντας και χτυπώντας τον αστυνομικό. Ιατρικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε επιβεβαιώνει ότι ο αστυνομικός υπέστη εκδορές και ερυθρότητα σε διάφορα σημεία του σώματός του. Μετά τη σύλληψη, διενεργήθηκε σωματική έρευνα στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά την οποία εντοπίστηκε σημαντικό χρηματικό ποσό: 15.475 τουρκικές λίρες και 7.500 ευρώ, κρυμμένα τόσο στην τσέπη του όσο και μέσα στην κάλτσα του. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν για την κατοχή των χρημάτων κρίθηκαν μη ικανοποιητικές από τις αρχές, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες για πιθανή εμπλοκή σε αδικήματα οικονομικής φύσεως, αν και το συγκεκριμένο εύρημα δεν συμπεριλήφθηκε τελικά στο κατηγορητήριο ως αυτοτελές αδίκημα. Το περιστατικό αυτό αποτέλεσε τη βάση για τη διατύπωση πολλαπλών κατηγοριών εις βάρος του πρώτου κατηγορούμενου, ιδίως σε σχέση με τη μεταφορά υπηκόου τρίτης χώρας, την αντίσταση και επίθεση κατά αστυνομικών, αλλά και τη γενικότερη συμπεριφορά του κατά τον έλεγχο. Παράλληλα, ανέδειξε και ένα ευρύτερο πλαίσιο δραστηριότητας, το οποίο –κατά την Κατηγορούσα Αρχή– συνδέεται με οργανωμένη δράση και οικονομικό όφελος. Το ιστορικό της υπόθεσης συμπληρώνεται από τα προσωπικά δεδομένα του κατηγορούμενου, τα οποία παρουσιάστηκαν εκτενώς ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για Τουρκοκύπριο που διαμένει στις ελεγχόμενες περιοχές από το 2001, είναι παντρεμένος με Κύπρια και πατέρας πολυμελούς οικογένειας. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στις συχνές μετακινήσεις του προς τις μη ελεγχόμενες περιοχές, όπου, όπως ο ίδιος ανέφερε, διατηρεί οικογενειακή περιουσία και εκκρεμείς υποθέσεις. Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση και των δύο κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη τους, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας. Ενώ για τον δεύτερο κατηγορούμενο δεν υπήρξε αντίρρηση, ο πρώτος κατηγορούμενος αμφισβήτησε το αίτημα μέσω του συνηγόρου του, προβάλλοντας τους ισχυρούς δεσμούς του με τη Δημοκρατία. Η Κατηγορούσα Αρχή αντέτεινε ότι τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και επισύρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης, ενώ το μαρτυρικό υλικό καταδεικνύει αυξημένη πιθανότητα καταδίκης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μεταβαίνει συχνά στις μη ελεγχόμενες περιοχές, γεγονός που –κατά την κατηγορούσα αρχή– ενισχύει τον κίνδυνο διαφυγής. Από την πλευρά της υπεράσπισης, παρουσιάστηκε εκτενές υλικό που καταδεικνύει την ένταξη του κατηγορούμενου στην κυπριακή κοινωνία: μόνιμη διαμονή από το 2001, οικογένεια με επτά παιδιά, εκ των οποίων ένα με σοβαρά προβλήματα υγείας, οικονομικοί και κοινωνικοί δεσμοί, καθώς και πρόθεση συμμόρφωσης με αυστηρούς όρους εγγύησης αντί κράτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά δεδομένα, κατέληξε ότι υφίσταται ουσιαστικός κίνδυνος φυγοδικίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε όχι μόνο στη σοβαρότητα των κατηγοριών και την πιθανότητα καταδίκης, αλλά και στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά τη σύλληψη, όπου φέρεται να επιχείρησε να διαφύγει, συγκρούστηκε με άλλο όχημα και αντιστάθηκε βίαια σε αστυνομικό, προκαλώντας του σωματικές βλάβες. Παράλληλα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά τους οικογενειακούς δεσμούς, οι συχνές μετακινήσεις του κατηγορούμενου στις μη ελεγχόμενες περιοχές, οι επαφές του εκεί και η μη εξάρτηση της οικογένειάς του από το εισόδημά του, αποδυναμώνουν το επιχείρημα ότι οι δεσμοί του λειτουργούν αποτρεπτικά στη φυγή. Έκρινε επίσης ότι οι προτεινόμενοι όροι εγγύησης δεν επαρκούν για να εξουδετερώσουν τον σχετικό κίνδυνο. Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, υπενθύμισε ότι η παρέμβασή του περιορίζεται στον έλεγχο της ορθής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως τόνισε, η ύπαρξη δεσμών με τη Δημοκρατία δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει τον κίνδυνο φυγοδικίας· το κρίσιμο είναι κατά πόσο οι δεσμοί αυτοί επηρεάζουν ουσιαστικά την πιθανότητα παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε πλήρως και ορθά όλα τα δεδομένα, χωρίς να παραλείψει ουσιώδη στοιχεία ή να βασιστεί σε εξωγενείς παράγοντες. Έκρινε ότι η απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και εντός των ορίων της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας. Καταληκτικά, το Εφετείο απέρριψε τον μοναδικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο και επικύρωσε την απόφαση κράτησης, επιβεβαιώνοντας ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του αποτελεί το μόνο επαρκές μέτρο για τη διασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον της Δικαιοσύνης. Διαβάστε επίσης: Γιατρός χρέωσε €1.500 βαλβίδα σε ασθενή- Του παρέδωσαν τα χρήματα σε πάρκινγκ
Go to News Site