ToThemaOnline
Η φράση Follow the money έγινε ευρύτερα γνωστή από το δραματικό θρίλερ All the President's Men (1976) του Alan J. Pakula που καταγράφει το χρονικό της έρευνας των δημοσιογράφων της Washington Post, Carl Bernstein (Dustin Hoffman) και Bob Woodward (Robert Redford) σχετικά με την υπόθεση που θα έμενε στην ιστορία ως σκάνδαλο Watergate (από το ξενοδοχειακό συγκρότημα όπου τσιράκια του προέδρου Νίξον πιάστηκαν στα πράσα να βάζουν κοριούς στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος - λάθος χώρα, αν ήταν Κύπρο θα τους στέλναμε να κάνουν μπίζνες και σε άλλες χώρες). Τη φράση λέει στους δύο δημοσιογράφους ο βασικός τους πληροφοριοδότης, γνωστός ως Deep Throat (ήταν τα mid-70s και το διαβόητο πορνό του Gerard Damiano ήταν ήδη αναπόσπαστο κομμάτι της ποπ κουλτούρας) για να τους δείξει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν. Αν ακολουθήσεις το χρήμα, βρίσκεις τους ενόχους. Σημειώστε πως η φράση δεν υπήρχε ούτε στο non fiction βιβλίο των Bernstein και Woodward στο οποίο βασίστηκε η θρυλική ταινία, ούτε σε κάποιο από τα χιλιάδες αρχεία του σκανδάλου και ήταν επινόηση του σεναριογράφου William Goldman. Από τότε το follow the money έγινε το Ευαγγέλιο των διωκτικών αρχών των ΗΠΑ και διεθνώς ή τουλάχιστον στις κανονικές χώρες, με ανεξάρτητη δικαιοσύνη και θεσμούς που δουλεύουν ή έστω με κάποια στοιχειώδη εμπιστοσύνη από τους πολίτες. Σίγουρα όχι σε τριτοκοσμικές μπανανίες όπου ακόμα και σε καραμπινάτα οικονομικά εγκλήματα οι Αρχές προτιμούν να ακολουθούν τους καταγγέλλοντες, τους whistleblowers ή τους δημοσιογράφους παρά το χρήμα. Ειδικά το χρήμα. Στο νέο clusterfuck που ταλανίζει τον τόπο με την καταιγίδα Sandy να τα έχει πάρει όλα παραμάζωμα, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά αν οι Αρχές εφάρμοζαν από την πρώτη μέρα το προαναφερθέν δόγμα και ακολουθούσαν το χρήμα. Άνοιγμα λογαριασμών, εντοπισμός συναλλαγών, πόθεν έσχες, ποιος λέει αλήθεια και ποιος μαλακίες. Είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος να βγάλεις άκρη και να διαπιστώσεις τι ευσταθεί και τι ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Αντ’ αυτού η Αστυνομία αναλώνεται σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων κυνηγώντας... SMS και μια γυναίκα ξεκάθαρα υπό καθεστώς τρόμου και απειλής που δεν επιθυμεί να καταθέσει, φάσκει και αντιφάσκει ενώ τελευταία (σε μία από τις τρεις συναντήσεις της με τους ανακριτές, προσέξτε συναντήσεις , όχι επίσημη ανάκριση) δήλωσε πως όλα είναι ψέματα, δεν έπεσε ποτέ θύμα βιασμού και ότι τα χιλιάδες μηνύματα τα έφτιαξε η ίδια με συγκεκριμένο λογικό. Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι περιεχόμενο κατάθεσης -έστω και ανεπίσημης- διαρρέει επιλεκτικά προς hand-picked ΜΜΕ με σκοπό τη δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων σε βάρος του Δρουσιώτη, κι ας εστιάσουμε στο μεγαλύτερο ερώτημα που γεννάται: Αν παραδέχεται πως δικές της ενέργειες προκάλεσαν όλο αυτό το χάος και στοχοποίησαν τα πρόσωπα που εμπλέκονται γιατί είναι ακόμα ελεύθερη; Ή αν έχουν όπως λένε υποψίες ότι δεν λέει την αλήθεια κι ότι μπορεί να εκφοβίζεται ή να απειλείται, γιατί δεν γίνεται καμία προσπάθεια να προστατευτεί ως βασική μάρτυρας. Κι αν η Αστυνομία την πιστεύει, όπως αφήνει να εννοηθεί η επιλεκτική διαρροή, γιατί δεν συλλαμβάνεται ο Δρουσιώτης για διασπορά ψευδών ειδήσεων; Για την Annie Alexui εκδόθηκαν 13(!) γαμημένα διεθνή εντάλματα για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Ο Μακάριος όχι μόνο δεν είναι στη Μόσχα αλλά μπαινοβγαίνει σχεδόν καθημερινά στο ΤΑΕ. Κάποιοι μας δουλεύουν ή δεν έχουν ιδέα πως να χειριστούν την υπόθεση. Και ξέρουμε προς ποιου το όφελος. Ήδη οι αστοχίες βγάζουν μάτι. Από τη μία, έχουμε τον Μακάριο Δρουσιώτη που επέλεξε μια επικοινωνιακή τακτική αποκαλύψεων σε δόσεις χωρίς πλήρη τεχνική επαλήθευση και ένα πινγκ πονγκ δηλώσεων με την Αστυνομία, που μετέτρεψαν μια σοβαρή καταγγελία σε reality show, και από την άλλη μια Αστυνομία που τρέχει πίσω από τα γεγονότα με τη γνώριμη πια καθυστέρηση του “όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει” , επιτρέποντας τη δημόσια έκθεση και την πιθανή αλλοίωση μαρτυριών και στοιχείων. Η Νομική Υπηρεσία βρίσκεται εγκλωβισμένη στη δική της σύγκρουση συμφερόντων, αφού καλείται να διαχειριστεί καταγγελίες που αγγίζουν τα σπλάχνα της, ενώ ο πρώην φειδωλός και νυν λαλίστατος (αλλά μόνο σ’ αυτή την υπόθεση) Υπουργός Δικαιοσύνης προβαίνει σε πρωτοφανείς παρεμβάσεις που πλήττουν κάθε έννοια ανεξάρτητης ανάκρισης και στοχοποιούν τον Μακάριο Δρουσιώτη. Αυτή η θεσμική αταξία δημιουργεί ένα τοξικό προηγούμενο που θα στοιχειώνει κάθε μελλοντικό καταγγέλλοντα, αφού ποιος whistleblower θα ρισκάρει ξανά την καριέρα και την ηρεμία του όταν βλέπει ότι το σύστημα, αντί να προστατεύει τον μάρτυρα, τον αφήνει βορά στον δημόσιο διασυρμό ή στις νομικές αντεπιθέσεις των ισχυρών; Αφήστε δε και το χειρότερο. Σκεφτήκατε ότι το overdose σκανδάλων των τελευταίων μηνών (μετρήστε: Videogate, Annie Alexui, Σύκας, Φαίδωνας, ετυμηγορία Al Jazeera και εσχάτως Sandy) χώρια τα μικρότερα και μεσαία που βγαίνουν καθημερινά στην επιφάνεια, κυρίως από την Ελεγκτική, και αφορούν τον θαυμαστό κόσμο του κυπριακού δημοσίου, μπορεί να οδηγήσει τον μέσο πολίτη σε μια επικίνδυνη απευαισθητοποίηση; Όταν το σκάνδαλο γίνεται κανονικότητα, ο εγκέφαλος αναπτύσσει μια αμυντική ανοσία στη δυσοσμία και η οργή μετατρέπεται σε κυνισμό και τα απανωτά σκάνδαλα ουσιαστικά σε background noise που σκεπάζει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της διαπλοκής. Μετρήσατε πόσες φωνές που καλούν σε “ψυχραιμία, ανασύνταξη και περισυλλογή μπροστά στο χάος και την τοξικότητα” ακούγονται τελευταία; Δεν είναι ο φόβος ότι η στιβαρή, ευνομούμενη κοινωνία μας θα καταρρεύσει υπό το βάρος της αναρχίας και της δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς (τα θεμέλιά της ήταν εξαρχής σαθρά) αλλά μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί το σύστημα που κατέληξε να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Η οργή είναι το καύσιμο της αλλαγής. Αν ο πολίτης πάψει να εξοργίζεται, χάνεται η πίεση προς την εξουσία, με αποτέλεσμα πολιτικοί και αξιωματούχοι να μετατρέπονται σε παχύδερμα. Ξέρουν ότι αν αντέξουν τη σκατοθύελλα για τρεις μέρες, το επόμενο σκάνδαλο που θα ξεσπάσει με μαθηματική ακρίβεια θα τους προσφέρει την πολυπόθητη κάλυψη. Όταν οι καταγγελίες έρχονται κατά ριπάς κι από παντού, ο πολίτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “όλοι είναι οι ίδιοι”. Αυτό οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της πολιτικής διαδικασίας. Η αποχή αυξάνεται, οι ικανοί άνθρωποι αποφεύγουν να εμπλακούν με τα κοινά για να μη λερωθούν, και το πεδίο μένει ελεύθερο για τους επαγγελματίες του είδους (με τα γνωστά αποτελέσματα). Σε μια κοινωνία που θεωρεί τη διαφθορά κανονικότητα, αλλάζει ο κώδικας επιβίωσης. Κυριαρχεί ο ατομικισμός (“αφού κλέβουν όλοι, γιατί να είμαι εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης;”) και ο κυνισμός. Αξίες όπως η αξιοκρατία και η εντιμότητα αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως γραφικές ή αδυναμίες. Και η ατιμωρησία γίνεται το θεμέλιο της κοινωνικής δομής (που μεταξύ μας αυτό το πλοίο έχει σαλπάρει εδώ και καιρό). Ο Μακάριος Δρουσιώτης πριν από λίγη ώρα ανάρτησε πως “παρέδωσε στην αστυνομία δήλωση 34 σελίδων, υποστηριζόμενη από 137 τεκμήρια από τα οποία προκύπτουν πολύ σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς και οικονομικού εγκλήματος, καθώς και υπόνοιες για άλλα σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, συμπεριλαμβανομένων φόνων, βιασμών και παιδεραστίας, ενώ υπάρχουν συγκλονιστικές αναφορές για σχέσεις ατόμων σε θέσεις εξουσίας με τον υπόκοσμο. Περιέχονται ακόμα πληροφορίες για απάτες λευκού κολάρου, με τη συνεργασία του συστήματος εξουσίας και της κατάθεσης της λείας σε καταπιστεύματα του εξωτερικού. Οι αναφορές παραπέμπουν σε διάφορες υποθέσεις, από την εποχή της φούσκας του χρηματιστηρίου μέχρι τις συμφωνίες αγοράς δανείων και τις εκποιήσεις ακινήτων”. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι το ίδιο το σκάνδαλο, αλλά η συνήθεια. Μια κοινωνία που συνηθίζει τη δυσοσμία, χάνει την ικανότητα να αναζητά τον καθαρό αέρα. Όταν η διαφθορά σταματά να προκαλεί έκπληξη, η δημοκρατία έχει ήδη μπει στον αναπνευστήρα. Κι όπως όλα δείχνουν, τώρα αρχίζει το πραγματικό πανηγύρι.
Go to News Site