iefimerida
Φως στη σύνθετη και συχνά επώδυνη σχέση με τη μητέρα του επιχειρεί να ρίξει ο Πασκάλ Μπρικνέρ με ένα από τα πιο προσωπικά έργα της συγγραφικής του διαδρομής μέσα από το νέο του βιβλίο: «De mère inconnue» . Σε συνέντευξη που παραχώρησε στη Monde ο διάσημος Γάλλος φιλόσοφος και δοκιμιογράφος δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση μνήμης, αλλά προχωρά σε μια βαθιά αναμέτρηση με την οικογενειακή κληρονομιά, την ενοχή και τη διαμόρφωση της ταυτότητας. Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει τόσο το βιβλίο όσο και τη σκέψη του Μπρικνέρ είναι σχεδόν υπαρξιακό: «Αναρωτιέμαι αν μεγαλώνουμε ποτέ πραγματικά». Μια φράση που λειτουργεί ως άξονας για την κατανόηση όχι μόνο της δικής του ιστορίας, αλλά και της διαχρονικής σχέσης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά. Ένα βιβλίο ως πράξη συμφιλίωσης Το «De mère inconnue» αποτελεί το δεύτερο αυτοβιογραφικό έργο του Μπρικνέρ, μετά το «Un bon fils» («Ένας καλός γιος») (2014), όπου είχε καταπιαστεί με τη φιγούρα του φιλοναζιστή πατέρα του - ενός βίαιου και ακραίου ιδεολογικά ανθρώπου. Αυτή τη φορά, στρέφει το βλέμμα στη μητέρα του, μια παρουσία εξίσου καθοριστική, αλλά πολύ πιο αμφίσημη. Η απόφαση να γράψει το βιβλίο δεν ήταν στιγμιαία. Όπως εξηγεί στη γαλλική εφημερίδα, προέκυψε σταδιακά, μέσα από προσωπικές παροτρύνσεις αλλά και μια γενικότερη τάση της εποχής: «Τα τελευταία χρόνια, όλοι γράφουν βιβλία για τους γονείς τους». Ωστόσο, η πρόθεση του Μπρικνέρ δεν ήταν να καταγγείλει ή να αποδομήσει, αλλά να κατανοήσει. Καθοριστική στιγμή υπήρξε η ανακάλυψη παλιών επιστολών της μητέρας του, που τον έφεραν ξανά σε επαφή με μια ξεχασμένη συναισθηματική πραγματικότητα. «Βυθίστηκα ξανά σε αυτή τη ζωή που είχα ξεχάσει», αναφέρει. Το βιβλίο αποκτά έτσι και μια υπαρξιακή διάσταση: «Σύντομα θα φτάσω την ηλικία που είχε η μητέρα μου όταν πέθανε… Αυτό κινδυνεύει να με κάνει οριστικά ορφανό», λέει ο Μπρικνέρ. Και προσθέτει: «Το βιβλίο μου είναι μια μορφή συμφιλίωσης πριν από εκείνη τη στιγμή». Το βάρος ενός κρυμμένου παρελθόντος Μια από τις πιο συγκλονιστικές αποκαλύψεις του βιβλίου αφορά στο παρελθόν της μητέρας του κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για χρόνια, ο Μπρικνέρ αρνιόταν να πιστέψει ότι η μάνα του είχε εργαστεί στη ναζιστική Γερμανία. Η ίδια δεν του το είχε αναφέρει ποτέ. Τελικά, η ιστορική έρευνα επιβεβαίωσε ότι είχε εργαστεί στη Siemens για περίπου ενάμιση χρόνο. «Όταν έλαβα τα έγγραφα, λίγο έλειψε να βάλω τα κλάματα», παραδέχεται. Η αποκάλυψη αυτή αναδιαμόρφωσε την εικόνα που είχε για εκείνη. Προσπάθησε να κατανοήσει τη σιωπή της: πιθανώς ντροπή για το παρελθόν, αλλά και ανάγκη να διατηρήσει μια ηθική εικόνα. «Ήθελε να φαίνεται σαν μια αγία που δεν είχε σφάλει ποτέ», σημειώνει ο Μπρικνέρ. Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: μια γυναίκα που παρέμεινε αντισημίτρια, αλλά ταυτόχρονα συγκλονίστηκε από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Μια προσωπικότητα γεμάτη ρωγμές, που αρνείται να χωρέσει σε απλά σχήματα. Θύμα και ταυτόχρονα φορέας ελέγχου Η μητέρα του Μπρικνέρ παρουσιάζεται στο βιβλίο ως θύμα ενός βίαιου γάμου, αλλά και ως μια μορφή που άσκησε έντονο έλεγχο στον ίδιο. «Ήταν σκλάβα του, ακόμη κι αν αντιστεκόταν», λέει για τη σχέση της με τον πατέρα του. Ωστόσο, η δική της επιρροή στον γιο της υπήρξε εξίσου ισχυρή, αν και διαφορετικής φύσης. «Ήθελε να με σύρει μαζί της σε ένα σύμφωνο αδυναμίας», εξηγεί. Πρόκειται για μια σχέση εξάρτησης που δεν βασίζεται στη βία, αλλά στη συναισθηματική προσκόλληση και τον έλεγχο. Η εμπειρία αυτή άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ενήλικη ζωή του Μπρικνέρ. Όπως παραδέχεται, για χρόνια αναπαρήγαγε αυτό το μοτίβο στις ερωτικές του σχέσεις: «Για πολύ καιρό αναπαρήγαγα το μητρικό πρότυπο με τις συντρόφους μου». Και εδώ επανέρχεται το βασικό του ερώτημα: «Όλοι οι μοναχογιοί που γνωρίζω γκρινιάζουν… Είναι το κλασικό Οιδιπόδειο. Απλοϊκό, αλλά λειτουργεί». Μια γυναίκα γεμάτη αντιφάσεις Παρά τη δύσκολη ζωή της, η μητέρα του Μπρικνέρ δεν ήταν μια μονοδιάστατη φιγούρα, όπως λέει. Αντίθετα, διέθετε μια πνευματική ζωή που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την καθημερινότητά της. Διάβαζε συγγραφείς όπως η Κολέτ και η Βιολέτ Λεντύκ, ενώ είχε ως πρότυπο τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Ο θαυμασμός της για τέτοιες μορφές υποδήλωνε μια εσωτερική επιθυμία για ελευθερία, που όμως δεν μεταφράστηκε ποτέ σε πράξη. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αποκάλυψη του Μπρικνέρ ότι, με τρόπο διακριτικό αλλά αποτελεσματικό, η μητέρα του κατάφερνε να εκδικηθεί την απιστία του συζύγου της. «Το βράδυ εκείνος έκλαιγε στην αγκαλιά της… εκείνη ήξερε γιατί — και το απολάμβανε», λέει με μια δόση θαυμασμού. Μπρικνέρ: «Θεωρώ ότι είμαι ελεύθερο πνεύμα, απαλλαγμένο από ιδεολογικές αλυσίδες» Τα οικογενειακά βιώματα του Μπρικνέρ επηρέασαν και τη διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης. Αν και συχνά χαρακτηρίζεται συντηρητικός ή αντιδραστικός, ο ίδιος απορρίπτει αυτές τις ταμπέλες. «Βλέπω τον εαυτό μου ως ελεύθερο πνεύμα, απαλλαγμένο από ιδεολογικές αλυσίδες», δηλώνει. Περιγράφει τον εαυτό του ως «ορφανό της καθολικής και κοσμικής Αριστεράς» και επιλέγει μια θέση ενδιάμεση: «σαν ακροβάτης ανάμεσα σε δύο αβύσσους». Η στάση αυτή φαίνεται να συνδέεται με την ανάγκη του να απομακρυνθεί από την αυταρχικότητα που βίωσε στο οικογενειακό περιβάλλον. Η γραφή ως υποκατάστατο ψυχανάλυσης Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους διανοούμενους, ο Μπρικνέρ δεν κατέφυγε ποτέ στην ψυχανάλυση. Ο λόγος, όπως λέει με ειλικρίνεια, είναι σχεδόν πρακτικός: «Φοβήθηκα ότι θα μου στερούσε υλικό για τα βιβλία μου». Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να επεξεργαστεί τα τραύματά του μέσα από τη γραφή. «Έζησα με τη νεύρωσή μου… Κατά κάποιον τρόπο, έκανα αυτή τη δουλειά μόνος μου, μέσα από τα βιβλία μου». Η σχέση του με τη λογοτεχνία είναι βαθιά υπαρξιακή. «Τα βιβλία ήταν το απόλυτο μέσο ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο», τονίζει, περιγράφοντας τη γραφή ως εργαλείο κατανόησης αλλά και διαφυγής. Ένα «μεγάλο παιδί» απέναντι στη μητέρα Το βιβλίο κλείνει με μια εικόνα σχεδόν ονειρική: η μητέρα του επιστρέφει τις νύχτες, άλλοτε τρυφερή και άλλοτε επικριτική, όπως ήταν στη ζωή. Η παρουσία της παραμένει ζωντανή, σχεδόν καταδιωκτική. Η πιο χαρακτηριστική φράση του ίδιου του Μπρικνέρ συνοψίζει αυτή τη σχέση: «Σε όλη μου τη ζωή, δεν υπήρξα παρά ένα μεγάλο παιδί που ήθελε να δώσει καλή εργασία στη μητέρα του». Μέσα σε αυτή την παραδοχή κρύβεται ίσως και η απάντηση στο αρχικό του ερώτημα. Η ενηλικίωση δεν είναι ποτέ πλήρης· είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση με το παρελθόν, τις μνήμες και τις σκιές που κουβαλάμε. Και ίσως, τελικά, το να «μεγαλώνουμε» να σημαίνει απλώς ότι μαθαίνουμε να συνυπάρχουμε με αυτές. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Φως στη σύνθετη και συχνά επώδυνη σχέση με τη μητέρα του επιχειρεί να ρίξει ο Πασκάλ Μπρικνέρ με ένα από τα πιο προσωπικά έργα της συγγραφικής του διαδρομής μέσα από το νέο του βιβλίο: «De mère inconnue» . Σε συνέντευξη που παραχώρησε στη Monde ο διάσημος Γάλλος φιλόσοφος και δοκιμιογράφος δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση μνήμης, αλλά προχωρά σε μια βαθιά αναμέτρηση με την οικογενειακή κληρονομιά, την ενοχή και τη διαμόρφωση της ταυτότητας. Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει τόσο το βιβλίο όσο και τη σκέψη του Μπρικνέρ είναι σχεδόν υπαρξιακό: «Αναρωτιέμαι αν μεγαλώνουμε ποτέ πραγματικά». Μια φράση που λειτουργεί ως άξονας για την κατανόηση όχι μόνο της δικής του ιστορίας, αλλά και της διαχρονικής σχέσης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά. Ένα βιβλίο ως πράξη συμφιλίωσης Το «De mère inconnue» αποτελεί το δεύτερο αυτοβιογραφικό έργο του Μπρικνέρ, μετά το «Un bon fils» («Ένας καλός γιος») (2014), όπου είχε καταπιαστεί με τη φιγούρα του φιλοναζιστή πατέρα του - ενός βίαιου και ακραίου ιδεολογικά ανθρώπου. Αυτή τη φορά, στρέφει το βλέμμα στη μητέρα του, μια παρουσία εξίσου καθοριστική, αλλά πολύ πιο αμφίσημη. Η απόφαση να γράψει το βιβλίο δεν ήταν στιγμιαία. Όπως εξηγεί στη γαλλική εφημερίδα, προέκυψε σταδιακά, μέσα από προσωπικές παροτρύνσεις αλλά και μια γενικότερη τάση της εποχής: «Τα τελευταία χρόνια, όλοι γράφουν βιβλία για τους γονείς τους». Ωστόσο, η πρόθεση του Μπρικνέρ δεν ήταν να καταγγείλει ή να αποδομήσει, αλλά να κατανοήσει. Καθοριστική στιγμή υπήρξε η ανακάλυψη παλιών επιστολών της μητέρας του, που τον έφεραν ξανά σε επαφή με μια ξεχασμένη συναισθηματική πραγματικότητα. «Βυθίστηκα ξανά σε αυτή τη ζωή που είχα ξεχάσει», αναφέρει. Το βιβλίο αποκτά έτσι και μια υπαρξιακή διάσταση: «Σύντομα θα φτάσω την ηλικία που είχε η μητέρα μου όταν πέθανε… Αυτό κινδυνεύει να με κάνει οριστικά ορφανό», λέει ο Μπρικνέρ. Και προσθέτει: «Το βιβλίο μου είναι μια μορφή συμφιλίωσης πριν από εκείνη τη στιγμή». Το βάρος ενός κρυμμένου παρελθόντος Μια από τις πιο συγκλονιστικές αποκαλύψεις του βιβλίου αφορά στο παρελθόν της μητέρας του κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για χρόνια, ο Μπρικνέρ αρνιόταν να πιστέψει ότι η μάνα του είχε εργαστεί στη ναζιστική Γερμανία. Η ίδια δεν του το είχε αναφέρει ποτέ. Τελικά, η ιστορική έρευνα επιβεβαίωσε ότι είχε εργαστεί στη Siemens για περίπου ενάμιση χρόνο. «Όταν έλαβα τα έγγραφα, λίγο έλειψε να βάλω τα κλάματα», παραδέχεται. Η αποκάλυψη αυτή αναδιαμόρφωσε την εικόνα που είχε για εκείνη. Προσπάθησε να κατανοήσει τη σιωπή της: πιθανώς ντροπή για το παρελθόν, αλλά και ανάγκη να διατηρήσει μια ηθική εικόνα. «Ήθελε να φαίνεται σαν μια αγία που δεν είχε σφάλει ποτέ», σημειώνει ο Μπρικνέρ. Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: μια γυναίκα που παρέμεινε αντισημίτρια, αλλά ταυτόχρονα συγκλονίστηκε από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Μια προσωπικότητα γεμάτη ρωγμές, που αρνείται να χωρέσει σε απλά σχήματα. Θύμα και ταυτόχρονα φορέας ελέγχου Η μητέρα του Μπρικνέρ παρουσιάζεται στο βιβλίο ως θύμα ενός βίαιου γάμου, αλλά και ως μια μορφή που άσκησε έντονο έλεγχο στον ίδιο. «Ήταν σκλάβα του, ακόμη κι αν αντιστεκόταν», λέει για τη σχέση της με τον πατέρα του. Ωστόσο, η δική της επιρροή στον γιο της υπήρξε εξίσου ισχυρή, αν και διαφορετικής φύσης. «Ήθελε να με σύρει μαζί της σε ένα σύμφωνο αδυναμίας», εξηγεί. Πρόκειται για μια σχέση εξάρτησης που δεν βασίζεται στη βία, αλλά στη συναισθηματική προσκόλληση και τον έλεγχο. Η εμπειρία αυτή άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ενήλικη ζωή του Μπρικνέρ. Όπως παραδέχεται, για χρόνια αναπαρήγαγε αυτό το μοτίβο στις ερωτικές του σχέσεις: «Για πολύ καιρό αναπαρήγαγα το μητρικό πρότυπο με τις συντρόφους μου». Και εδώ επανέρχεται το βασικό του ερώτημα: «Όλοι οι μοναχογιοί που γνωρίζω γκρινιάζουν… Είναι το κλασικό Οιδιπόδειο. Απλοϊκό, αλλά λειτουργεί». Μια γυναίκα γεμάτη αντιφάσεις Παρά τη δύσκολη ζωή της, η μητέρα του Μπρικνέρ δεν ήταν μια μονοδιάστατη φιγούρα, όπως λέει. Αντίθετα, διέθετε μια πνευματική ζωή που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την καθημερινότητά της. Διάβαζε συγγραφείς όπως η Κολέτ και η Βιολέτ Λεντύκ, ενώ είχε ως πρότυπο τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Ο θαυμασμός της για τέτοιες μορφές υποδήλωνε μια εσωτερική επιθυμία για ελευθερία, που όμως δεν μεταφράστηκε ποτέ σε πράξη. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αποκάλυψη του Μπρικνέρ ότι, με τρόπο διακριτικό αλλά αποτελεσματικό, η μητέρα του κατάφερνε να εκδικηθεί την απιστία του συζύγου της. «Το βράδυ εκείνος έκλαιγε στην αγκαλιά της… εκείνη ήξερε γιατί — και το απολάμβανε», λέει με μια δόση θαυμασμού. Μπρικνέρ: «Θεωρώ ότι είμαι ελεύθερο πνεύμα, απαλλαγμένο από ιδεολογικές αλυσίδες» Τα οικογενειακά βιώματα του Μπρικνέρ επηρέασαν και τη διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης. Αν και συχνά χαρακτηρίζεται συντηρητικός ή αντιδραστικός, ο ίδιος απορρίπτει αυτές τις ταμπέλες. «Βλέπω τον εαυτό μου ως ελεύθερο πνεύμα, απαλλαγμένο από ιδεολογικές αλυσίδες», δηλώνει. Περιγράφει τον εαυτό του ως «ορφανό της καθολικής και κοσμικής Αριστεράς» και επιλέγει μια θέση ενδιάμεση: «σαν ακροβάτης ανάμεσα σε δύο αβύσσους». Η στάση αυτή φαίνεται να συνδέεται με την ανάγκη του να απομακρυνθεί από την αυταρχικότητα που βίωσε στο οικογενειακό περιβάλλον. Η γραφή ως υποκατάστατο ψυχανάλυσης Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους διανοούμενους, ο Μπρικνέρ δεν κατέφυγε ποτέ στην ψυχανάλυση. Ο λόγος, όπως λέει με ειλικρίνεια, είναι σχεδόν πρακτικός: «Φοβήθηκα ότι θα μου στερούσε υλικό για τα βιβλία μου». Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να επεξεργαστεί τα τραύματά του μέσα από τη γραφή. «Έζησα με τη νεύρωσή μου… Κατά κάποιον τρόπο, έκανα αυτή τη δουλειά μόνος μου, μέσα από τα βιβλία μου». Η σχέση του με τη λογοτεχνία είναι βαθιά υπαρξιακή. «Τα βιβλία ήταν το απόλυτο μέσο ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο», τονίζει, περιγράφοντας τη γραφή ως εργαλείο κατανόησης αλλά και διαφυγής. Ένα «μεγάλο παιδί» απέναντι στη μητέρα Το βιβλίο κλείνει με μια εικόνα σχεδόν ονειρική: η μητέρα του επιστρέφει τις νύχτες, άλλοτε τρυφερή και άλλοτε επικριτική, όπως ήταν στη ζωή. Η παρουσία της παραμένει ζωντανή, σχεδόν καταδιωκτική. Η πιο χαρακτηριστική φράση του ίδιου του Μπρικνέρ συνοψίζει αυτή τη σχέση: «Σε όλη μου τη ζωή, δεν υπήρξα παρά ένα μεγάλο παιδί που ήθελε να δώσει καλή εργασία στη μητέρα του». Μέσα σε αυτή την παραδοχή κρύβεται ίσως και η απάντηση στο αρχικό του ερώτημα. Η ενηλικίωση δεν είναι ποτέ πλήρης· είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση με το παρελθόν, τις μνήμες και τις σκιές που κουβαλάμε. Και ίσως, τελικά, το να «μεγαλώνουμε» να σημαίνει απλώς ότι μαθαίνουμε να συνυπάρχουμε με αυτές. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site