Collector
Σε κάθε σενάριο η Σάντη διέπραξε σοβαρά ποινικά αδικήματα, κρίσιμο όμως το ερώτημα γιατί δεν συνελήφθη με την παραδοχή της | Collector
Σε κάθε σενάριο η Σάντη διέπραξε σοβαρά ποινικά αδικήματα, κρίσιμο όμως το ερώτημα γιατί δεν συνελήφθη με την παραδοχή της
Reporter

Σε κάθε σενάριο η Σάντη διέπραξε σοβαρά ποινικά αδικήματα, κρίσιμο όμως το ερώτημα γιατί δεν συνελήφθη με την παραδοχή της

Στην ποινική διερεύνηση σοβαρών εγκλημάτων, η πρακτική των Αρχών (σ.σ οποιουδήποτε κράτους) στηρίζεται σε μια αρχή. Κανένα κρίσιμο πρόσωπο που συνδέεται άμεσα ή ακόμα και έμμεσα με την διάπραξη των αδικημάτων δεν μένει εκτός διερεύνησης.   Για παράδειγμα, σε μια δολοφονία, μετά την διάπραξη της, η Αστυνομία στην βάση στοιχείων που συλλέγει, σε πρώτο στάδιο αναζητεί τους δράστες. Ακολούθως, ψάχνει το κίνητρο, ενώ στην περίπτωση δε που το έγκλημα αποδίδεται σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών του υποκόσμου, τότε ψάχνει για τους ηθικούς αυτουργούς. Σε καμία περίπτωση δεν παρακάμπτει τους δράστες αναζητώντας μόνο τους ηθικούς αυτουργούς (σ.σ εάν υπάρχουν), ούτε αφήνει ελεύθερο τον φερόμενο δολοφόνο, που παραδίδει το φονικό όπλο, εν αναμονή επιστημονικών εξετάσεων.   Αυτή η βασική αρχή φαίνεται να τίθεται υπό αμφισβήτηση στην υπόθεση των καταγγελιών του Μακάριου Δρουσιώτη, ο οποίος πλέον έχει δημοσιεύσει πέραν των 100 μηνυμάτων αλλά και ηχητικά αρχεία, τα οποία δείχνουν ένα μεγάλο όγκο στοιχείων, που ακόμα και στο σενάριο να τα επινόησε μόνη της η λεγόμενη Σάντη, τότε θα πρέπει να απαντηθούν ερωτήματα ως προς το κίνητρο και πώς η ίδια γνώριζε τόσες πληροφορίες και γεγονότα, που τα συνέδεσε με τρόπο που κάποια συνάδουν με την πραγματικότητα. Όπως για παράδειγμα, από πού γνώριζε για τον διορισμό Δικαστή ή για τον θάνατο άλλου, επιλέγοντας να κατασκευάσει συγκεκριμένα μηνύματα, εμπλέκοντας πολλαπλές υποθέσεις και πρόσωπα.  ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Σκοτεινό σημείο και η σύνθεση γεγονότων στα sms της «Σάντη»-Πολλαπλές υποθέσεις, αρκετά πρόσωπα, άγνωστο κίνητρο και πολλά ερωτήματα Η Αστυνομία θέλησε να διαρρεύσει πως η υπό αναφορά Σάντη, παραδέχθηκε ότι τα επίμαχα μηνύματα ήταν κατασκευασμένα. Βέβαια πλέον στην εξίσωση προστέθηκαν και τα ηχητικά αρχεία, που ακούγεται να εξιστορεί γεγονότα που συνάδουν με τα μηνύματα που δημοσιεύτηκαν. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι η ουσία των ισχυρισμών, αλλά οι προεκτάσεις από την παραδοχή της.   Μια τέτοια παραδοχή, εφόσον η Αστυνομία διαρρέει πως έχει γραπτή και ενυπόγραφη κατάθεση, δεν αποτελεί απλώς ένα κομμάτι παζλ στην υπόθεση, αλλά συνιστά παραδοχή διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια χαώδης κατάσταση που εξέθεσε ανεπανόρθωτα θεσμούς και πρόσωπα. Από την άλλη, αποτελεί το βασικότερο κρίκο σε μια αλυσίδα, που θα οδηγήσει στην αλήθεια, όποια και αν είναι αυτά ή ακόμα και σε άλλα πρόσωπα, στο σενάριο να υπήρχαν συνεργάτες σε σχέση με την κατασκευή όλων αυτών των μηνυμάτων.   Τα στοιχεία είτε είναι ψευδή, είτε όχι. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, προκύπτει ανάγκη άμεσης και αυστηρής διερεύνησης όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένου του προσώπου που φέρεται να τα δημιούργησε ή να τα διακίνησε, αφού σε κάθε ενδεχόμενο διαφαίνεται πως διαπράχθηκαν ποινικά αδικήματα.  Και εδώ ακριβώς προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα. Γιατί δεν έχει συλληφθεί η Σάντη, δεδομένης της σοβαρότητας των ισχυρισμών και της παραδοχής της; Το επιχείρημα ότι παρέδωσε το κινητό της τηλέφωνο στις αρχές δεν φαίνεται επαρκές. Και αυτό διότι, σε μια ποινική υπόθεση, η συνεργασία ενός υπόπτου λαμβάνεται υπόψη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που αποφασιστεί να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας εναντίον άλλων, ωστόσο δεν αναιρεί την ανάγκη για σύλληψη του όταν υπάρχουν έστω και υπόνοιες διάπραξης αδικημάτων. Στην περίπτωση αυτή, κατά την Αστυνομία, υπάρχει και παραδοχή από την ίδια περί κατασκευής των μηνυμάτων, ωστόσο αυτή η παραδοχή σε συνάρτηση με την παράδοση τεκμηρίων, δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή από την ευθύνη. Αντιθέτως, οι ευθύνες της Σάντη, σε κάθε ενδεχόμενο, συνιστούν διάπραξη ποινικών αδικημάτων.   Οι χειρισμοί της Αστυνομίας, που χαρακτηρίζονται από αντίφαση, δικαιολογημένα προκαλούν αμφιβολίες και εντείνουν την καχυποψία, ειδικότερα όταν οι Αρχές επιλέγουν το παιχνίδι των διαρροών ως προς την ενημέρωση, χωρίς να δίνουν επίσημα απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Η απόφαση δε για έκδοση εντάλματος έρευνας στον Νίκο Κληρίδη, δημιούργησε περαιτέρω σεναριολογία και έδωσε ακόμη περισσότερη τροφή στους δύσπιστους που αμφισβητούν τις προθέσεις της Αστυνομίας. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι η ορθότητα του εντάλματος αυτού καθαυτού, αλλά η εμφανής αντιφατικότητα στους χειρισμούς. Σε ένα κράτος δικαίου, η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται σωστά, με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Όταν όμως δημιουργούνται σκιές πάνω από τις ενέργειες της Αστυνομίας, λόγω αντιφατικών χειρισμών, τότε η αξιοπιστία των θεσμών πλήττεται σοβαρά και το αποτέλεσμα, όποιο και αν είναι αυτό, αναπόφευκτα θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.  Είναι εξάλλου για αυτό το λόγο, που ο διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών, θεωρείτο αναγκαίος, ώστε η επόμενη ημέρα των συμπερασμάτων της έρευνας, να μην τεθούν υπό αμφισβήτηση. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο εάν τα μηνύματα είναι πλαστά, αλλά και το περιεχόμενο τους και κάτω από ποιες συνθήκες συνδέθηκαν τα γεγονότα και τα πρόσωπα.  ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Κράτος δικαίου υπό πίεση... Η ανάγκη για ακέραια έρευνα, οι προσεγγίσεις περί «μυθιστορήματος αγάπης» που πρέπει να αποφευχθούν και το μεγάλο διακύβευμα

Go to News Site