Reporter
«Κρίνουμε ότι η λήψη των καταθέσεων της από την Αστυνομία έγινε με τέτοιο τρόπο με σκοπό την εκμαίευση συγκεκριμένης εκδοχής, η οποία ήταν στο μυαλό και την αντίληψη των ανακριτών, ότι δηλαδή υπήρξε επιστροφή χρημάτων στη βάση του όρου 6 των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Υπενθυμίζουμε, οι διαπιστώσεις μας δεν αφορούν την αλήθεια των ισχυρισμών της. Αφορούν τον τρόπο που λήφθηκαν οι καταθέσεις της. Την προσέγγιση δηλαδή της ανακριτικής ομάδας. {...} Αν και η ΜΚ 2 κατέθεσε ενώπιον μας και διευκρίνισε τις θέσεις της έχουμε ικανοποιηθεί ότι οι αναφορές για δεδομένη επιστροφή χρημάτων κυριαρχούσε στο μυαλό των ανακριτών με αποτέλεσμα να κατευθύνονται οι ανακρίσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να λαμβάνονται και οι ανάλογες απαντήσεις». Τα πιο πάνω που καταγράφονται στην απόφαση Τσαγγαρίδη του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, που αθώωσε όλους τους κατηγορούμενους στην δεύτερη υπόθεση των διαβατηρίων. Και ο βασικός λόγος -όπως αναφέρεται στην απόφαση- ήταν το γεγονός πως η η Αστυνομία αντί να διερεύνηση όλους τους ισχυρισμούς και τις πτυχές της υπόθεσης, ώστε στο τέλος να διαφανεί η αλήθεια, κατεύθυνε τις ανακρίσεις με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την εκδοχή που η ίδια θεωρούσε σωστή. Και αυτοί οι χειρισμοί, σύμφωνα με την απόφαση, από το ΤΑΕ Αρχηγείου, που θεωρείται ως το κατάλληλο τμήμα της Αστυνομίας για διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων. Στο πλαίσιο μιας ποινικής υπόθεσης, ο όρος «tunnel vision» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μονοδιάστατη προσέγγιση των αρχών κατά την έρευνα, όταν επικεντρώνονται υπερβολικά σε έναν ύποπτο ή σε μία εκδοχή των γεγονότων, όπως αυτή περιγράφεται και στην πιο πάνω απόφαση, ημερομηνίας 23 Ιανουαρίου 2025. Η στάση αυτή της Αστυνομίας -που καταγράφηκε και σε άλλες υποθέσεις αλλά το πάθημα δεν γίνεται μάθημα- μπορεί να πλήξει σοβαρά την αμεροληψία της διαδικασίας, ειδικότερα όταν συνοδεύεται από επιλεκτικές, στοχευμένες και μονόπλευρες διαρροές προς τα ΜΜΕ, οι οποίες οδηγούν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα και διαμορφώνουν προκαταλήψεις στην κοινή γνώμη πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διερεύνηση. Ως αποτέλεσμα, προκειμένου να μην παραμείνει εκτεθειμένη η Αστυνομία, που η ίδια δημιούργησε την περιρρέουσα, ενισχύεται η πίεση για επιβεβαίωση μιας αρχικής εκδοχής, σε βάρος της αντικειμενικής διερεύνησης και αξιολόγησης όλων των στοιχείων, ώστε η έρευνα να μην καλύπτεται από γκρίζα σημεία ή και ακόμη να μην οδηγήσει στην αλήθεια, εάν αυτός είναι ο σκοπός. Τέτοιες προσεγγίσεις, πέραν του δημιουργούν σκιές, δεν συνάδουν με πρακτικές ενός κράτος δικαίου, αφού η διερεύνηση κάθε υπόθεσης θα πρέπει να έχει τα εχέγγυα της αμερληψίας, της ακεραιότητας και της αντικειμενικότητας, μακριά από προκαταλήψεις, προσωπικές ατζέντες και πάνω από όλα εμμονές. Εξάλλου, το ζητούμενο σε κάθε υπόθεση είναι η αλήθεια, όποια και αν είναι αυτή, και όχι η αποκατάσταση του χαμένου γοήτρου των θεσμών που άδικα ή δικαίως βρίσκονται υπό αμφισβήτηση τα τελευταία χρόνια. Οι μέχρι στιγμής χειρισμοί της Αστυνομίας, στην πλέον πολύκροτη υπόθεση της «Σάντη», αναμφίβολα δημιουργούν συνθήκες που παραπέμπουν σε «tunnel vision». Και αυτό διότι, ακόμα και αυτό να μην ισχύει, οι βεβιασμένες ενέργειες τους για διάψευση γεγονότων (σ.σ σε μόλις 48 ώρες) σε συνδυασμό με την εξέλιξη των γεγονότων, ότι δηλαδή δεν είχαν στα χέρια τους βασικά τεκμήρια και δεν έλαβαν σημαντικές καταθέσεις, δημιουργούν την εντύπωση ότι επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί η εκδοχή περί κατασκευασμένης μαρτυρίας και όχι να διερευνηθούν στο εύρος τους οι ισχυρισμοί. Ζητούμενο γύρω από αυτή την υπόθεση, δεν είναι άλλο από την αλήθεια, όποια και αν είναι αυτή. Είτε για να επέλθει κάθαρση στη διαφθορά, στην περίπτωση που η μαρτυρία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε για να αποδοθούν ευθύνες σε όσους ευθύνονται για αυτό το χάος, που έπληξαν για άλλη μια φορά τους θεσμούς και εξέθεσαν πρόσωπα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τον όγκο των μηνυμάτων, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και τους πολλαπλούς ισχυρισμούς, θεωρείται τουλάχιστον αδύνατο μέσα σε 48 ώρες, η Αστυνομία να έχει διερευνήσει κάθε πτυχή και να έδωσε απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, ώστε η διοχετεύει στην κοινή γνώμη την εικόνα πως πρόκειται για μια ιστορία καλοστημένη, με τόση άριστη σύνθεση γεγονότων, από μια γυναίκα που ενδεχομένως να διψούσε για εκδίκηση ή να λάτρευε τα μυθιστορήματα. Η βεβιασμένη κίνηση της διαρροής περί πλαστών μηνυμάτων αλλά και η διαρροή που αφορούσε το περιεχόμενη της κατάθεσης της Σάντης, που αναμφίβολα έπληξε το κύρος και την αξιοπιστία της Αστυνομίας, σκέπασε με σκιές τις προθέσεις της Αστυνομίας. Γιατί ακόμα και αν αυτή στο τέλος είναι η αλήθεια, πέραν του ότι η εν λόγω γυναίκα θα έπρεπε να βρισκόταν ήδη υπό σύλληψη, μια σοβαρή Αστυνομία με τον επαγγελματισμό και την υπευθυνότητα που θα έπρεπε να διαθέτει, που αποδεικνύεται μέσα από πράξεις και όχι θεωρητικές ανακοινώσεις του Αρχηγού της Δύναμης, όφειλε να διερευνήσει όλους τους ισχυρισμούς και τεκμηριωμένα να δώσει απαντήσεις στην κοινή γνώμη, μακριά από επικοινωνιακά παιχνίδια. Μεταξύ αυτών των ισχυρισμών που θα έπρεπε να διερευνηθούν, συμπεριλαμβάνονται και αυτοί της Σάντη, που στο σενάριο να πρόκειται για κατασκευασμένη μαρτυρία από μία σεναριογράφο, τότε η αλήθεια της δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί δεδομένη. Η αλήθεια αναζητείται και σε αυτή καταλήγει η Αστυνομία μέσα από ουσιαστική εξέταση, χωρίς να επιλέγεται ποια αλήθεια θα υιοθετηθεί και ακολούθως, αφού απαντηθούν όλα τα ερωτήματα, τότε υπεύθυνα ενημερώνονται οι πολίτες. Μόνο με αυτό τον τρόπο προστατεύονται οι θεσμοί και αποκαθίσταται το κύρος τους, σε διαφορετική περίπτωση, τέτοιου είδους χειρισμοί υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη, στους θεσμούς και στο κράτος. Και αν δει κανείς τα σχόλια κάτω από την ανακοίνωση της Αστυνομίας, που μίλησε για επαγγελματισμό και υπευθυνότητα στην διαδικασία, τότε θα αντιληφθεί πως ο στόχος ήδη έχει χαθεί και για αυτό βαριές ευθύνες φέρει ο ίδιος ο Αρχηγός, Θεμιστός Αρναούτης, ο οποίος είτε έμμεσα είτε άμεσα, με τις αποφάσεις και τους χειρισμούς που έγιναν μέχρι σήμερα, έπληξε την αμεροληψία της έρευνας που όφειλε να προστατεύσει. Σε περίπτωση δε που ο Αρχηγός Αστυνομίας δεν μπορεί να αντιληφθεί τις επιπτώσεις των χειρισμών σε μια τέτοια υπόθεση που δοκιμάζεται ξανά η εμπιστοσύνη των πολιτών, την ώρα μάλιστα που οι καταγγελίες εμπλέκουν στελέχη της Δύναμης, τότε η ευθύνη μετατοπίζεται στον υπουργό Δικαιοσύνης και κατ΄ επέκταση στην Κυβέρνηση, η οποία προκειμένου να προστατευτούν οι θεσμοί, όφειλε να προχωρήσει στον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών. Ωστόσο, τα χαμηλά αντανακλαστικά, η διστακτικότητα και οι λανθασμένοι χειρισμοί της Αστυνομίας, σε συνδυασμό με τις διαρροές, ενίσχυσαν την αμφισβήτηση γύρω από την υπόθεση. Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό πλήγμα. Γιατί ακόμη και αν τίποτα από όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, οι ενέργειες που έγιναν -αλλά και όσες δεν έγιναν-διαμόρφωσαν ήδη μια εικόνα που δύσκολα ανατρέπεται. Και όταν χαθεί η εμπιστοσύνη, δεν αμφισβητείται μόνο μια υπόθεση, αλλά ολόκληρο το σύστημα. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Σαν(τη) Κύπρο δεν έχει… Προχειρότητες, σπασμωδικές κινήσεις και μια χώρα σαν βομβαρδισμένο τοπίο-Η δημόσια δίκη και η κάθαρση που αγνοείται Σε κάθε σενάριο η Σάντη διέπραξε σοβαρά ποινικά αδικήματα, κρίσιμο όμως το ερώτημα γιατί δεν συνελήφθη με την παραδοχή της Σκοτεινό σημείο και η σύνθεση γεγονότων στα sms της «Σάντη»-Πολλαπλές υποθέσεις, αρκετά πρόσωπα, άγνωστο κίνητρο και πολλά ερωτήματα Κράτος δικαίου υπό πίεση... Η ανάγκη για ακέραια έρευνα, οι προσεγγίσεις περί «μυθιστορήματος αγάπης» που πρέπει να αποφευχθούν και το μεγάλο διακύβευμα
Go to News Site