Collector
Δρουσιώτης: Ούτε η Μοσάντ ούτε η KGB δεν μπορούσαν να στήσουν τέτοιο σενάριο | Collector
Δρουσιώτης: Ούτε η Μοσάντ ούτε η KGB δεν μπορούσαν να στήσουν τέτοιο σενάριο
Sigmalive

Δρουσιώτης: Ούτε η Μοσάντ ούτε η KGB δεν μπορούσαν να στήσουν τέτοιο σενάριο

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μακάριος Δρουσιώτης υπερασπίστηκε με έντονο τρόπο, στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο», τις αποκαλύψεις του για την υπόθεση «Σάντυ», απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι τα στοιχεία που δημοσιοποίησε είναι πλαστά ή ατεκμηρίωτα. Όπως ανέφερε, δεν είναι ούτε ποινικός ανακριτής ούτε διαθέτει ανακριτικές εξουσίες και συνεπώς η διερεύνηση των όσων καταγγέλλονται αποτελεί ευθύνη των αρμόδιων αρχών και των θεσμών. Κατά τον ίδιο, από τις δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων επιβεβαιώνεται η αρχική του εντύπωση ότι δεν υπάρχει πραγματική βούληση για ουσιαστική έρευνα και ότι προτιμάται η εύκολη εκδοχή πως όλα είναι πλαστά, ώστε η υπόθεση να κλείσει χωρίς συνέπειες. Υποστήριξε ότι, εάν γινόταν εις βάθος διερεύνηση των στοιχείων, «θα άνοιγε ο ασκός του Αιόλου», καθώς –όπως είπε– τα συμφέροντα είναι τεράστια, τα πρόσωπα που εμπλέκονται βρίσκονται σε υψηλές θέσεις και τα χρήματα που διακινούνται είναι πολλά. Για αυτόν τον λόγο, κατά την εκτίμησή του, επιχειρείται να παρουσιαστεί το σύνολο της υπόθεσης ως κατασκευασμένο. Αναφερόμενος στο υλικό που έχει στην κατοχή του, ο Δρουσιώτης δήλωσε ότι παρέλαβε εκατοντάδες μηνύματα και ότι πρώτο του μέλημα ήταν να εξακριβώσει αν τα επιμέρους στοιχεία ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα: ονόματα, αριθμοί τηλεφώνων, ημερομηνίες και γεγονότα. Όπως είπε, αφιέρωσε μεγάλο χρονικό διάστημα σε διασταυρώσεις και δεν εντόπισε ούτε μία κραυγαλέα αντίφαση που να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητα των διαλόγων. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις βρήκε επιβεβαιωτικά δεδομένα σε δημοσιεύματα και δημόσια αρχεία. Ως παράδειγμα ανέφερε αναφορές σε θάνατο δικαστή, λέγοντας ότι αναζήτησε τις σχετικές δημοσιεύσεις και βρήκε τόσο αγγελία θανάτου όσο και πληροφορίες περί αιφνίδιου θανάτου. Κατά τον ίδιο, αυτό ενισχύει την αξιοπιστία των συνομιλιών και γεννά το ερώτημα ποιο θα ήταν το κίνητρο κάποιου να κατασκευάσει τόσο σύνθετες και λεπτομερείς ιστορίες με πραγματικά δεδομένα. Για τη «Σάντυ», ο Δρουσιώτης είπε ότι πρόκειται για γυναίκα η οποία βρέθηκε, σε κάποια περίοδο της ζωής της, κοντά σε πρόσωπο που –όπως υποστηρίζει– είχε σχέση με όσα καταγγέλλονται. Ανέφερε ότι η ίδια, μέσα από πολυσέλιδο γραπτό κείμενο, εξηγεί πως θέλησε να μάθει την αλήθεια για το παρελθόν της και για γεγονότα που αφορούσαν τον πατέρα της, και έτσι απέκτησε πρόσβαση στο κινητό τηλέφωνο του συγκεκριμένου προσώπου, φωτογραφίζοντας περιεχόμενα και μηνύματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, από εκεί προέκυψε ένας τεράστιος όγκος στοιχείων. Υποστήριξε ακόμη ότι υπήρχε συναισθηματική εξάρτηση του συγκεκριμένου άνδρα από τη γυναίκα αυτή και ότι της έστελνε προσωπικά μηνύματα με το όνομά του, τη φωτογραφία του και το τηλέφωνό του. Για τον Δρουσιώτη, ένα τέτοιο σύνολο επικοινωνιών, πριν από έξι χρόνια, δεν θα μπορούσε εύκολα να κατασκευαστεί τεχνητά με τα τότε τεχνολογικά μέσα. Σε σχέση με την κατάθεση της γυναίκας στην αστυνομία, όπου –όπως ειπώθηκε στην εκπομπή– ανέφερε ότι τα μηνύματα ήταν παραποιημένα και δημιουργήθηκαν μέσω εφαρμογής στο κινητό της, ο Δρουσιώτης απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό. Ανέφερε ότι έγινε δικανική ανάλυση της συσκευής και, όπως είπε, διαπιστώθηκε πως οι εφαρμογές που επικαλέστηκε εγκαταστάθηκαν χρόνια αργότερα από την περίοδο στην οποία αποδίδονται τα μηνύματα. Κατά την άποψή του, αυτό θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τις αρχές σε περαιτέρω έρευνα και όχι σε υιοθέτηση της εκδοχής περί πλαστογράφησης. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι παρέδωσε στην αστυνομία κατάθεση 35 σελίδων και 135 τεκμήρια, τα οποία –όπως ισχυρίστηκε– δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς. Μάλιστα είπε ότι δέκα και πλέον ημέρες μετά την παράδοσή τους, οι αρχές δεν είχαν ουσιαστικά εξετάσει το υλικό. Επέκρινε επίσης ανακρίβειες που, κατά τον ίδιο, περιλαμβάνονται σε ένορκες δηλώσεις και δικαστικά έγγραφα γύρω από την υπόθεση. Απαντώντας σε όσους θεωρούν ότι επιχειρεί να οικοδομήσει πολιτική καριέρα μέσω αποκαλύψεων και εντυπωσιασμού, ο Δρουσιώτης δήλωσε ότι έχει εκδώσει 15 βιβλία και έχει χειριστεί εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί ότι αλλοίωσε έστω και μία λέξη πρωτογενούς πηγής. Όπως είπε, εργάζεται σκληρά επί χρόνια και χρειάστηκε τρία ολόκληρα χρόνια έρευνας για να καταλήξει στη δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων στοιχείων. Αναφέρθηκε ακόμη στην έρευνα που διεξάγεται από την Αρχή κατά της Διαφθοράς για παλαιότερες καταγγελίες και βιβλία του, σημειώνοντας ότι το επικείμενο πόρισμα θα αποτελέσει, όπως είπε, απάντηση για το αν πρόκειται για μυθοπλασία ή για πραγματικά περιστατικά. Σε ερώτηση αν υπάρχει πιθανότητα να έχει πέσει θύμα καλοστημένης εξαπάτησης, απάντησε ότι αυτό το ερώτημα το έθεσε πολλές φορές στον εαυτό του κατά τη διάρκεια των τριών ετών έρευνας. Ωστόσο, όπως είπε, επέλεξε ορισμένες επιμέρους υποθέσεις, τις διερεύνησε εις βάθος και δεν βρήκε στοιχεία που να δείχνουν οργανωμένη κατασκευή. Κατά την εκτίμησή του, ούτε μεγάλες μυστικές υπηρεσίες δεν θα μπορούσαν εύκολα να στήσουν ένα τόσο αληθοφανές σενάριο με τόσες λεπτομέρειες και διασταυρώσιμα δεδομένα. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «ούτε η Μοσάντ ή η KGB δεν μπορεί να στήσουν ένα τέτοιο αληθοφανές σενάριο». Για τις αναφορές περί απειλής από «Ρώσους», διευκρίνισε ότι δεν μίλησε για το ρωσικό κράτος, αλλά για συγκεκριμένα πρόσωπα που, όπως είπε, ανησύχησαν όταν διέρρευσε πως η γυναίκα μιλούσε και κατείχε κρίσιμα στοιχεία. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι υπήρξαν σκέψεις να «κλείσει το στόμα της», χωρίς όμως –όπως είπε– να πρόκειται για Ρώσους εκτελεστές. Ο Δρουσιώτης υποστήριξε επίσης ότι η γυναίκα είχε εργαστεί στο Προεδρικό Μέγαρο κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση. Είπε πως το γνωρίζει τόσο από δικές της αναφορές όσο και από μηνύματα που είδε και από όσα του ανέφερε ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης. Πρόσθεσε ότι διαθέτει και σχετικά στιγμιότυπα οθόνης, τα οποία συνδέουν τη γυναίκα με υπηρεσία γραφειακών καθηκόντων. Σε ό,τι αφορά τους φόβους για την προσωπική του ασφάλεια, ανέφερε ότι από τη στιγμή που απέκτησε το υλικό γνώριζε πως υπάρχει κίνδυνος. Για αυτόν τον λόγο, όπως είπε, το έχει διαμοιράσει και σε πρόσωπα στο εξωτερικό, ώστε να μην μπορεί να εξαφανιστεί. Απαντώντας στις επικρίσεις ότι δημοσιοποίησε στοιχεία θύματος βιασμού χωρίς συναίνεση, είπε πως η απόφαση ήταν αποκλειστικά δική του και λήφθηκε πρωτίστως για λόγους ασφάλειας και δευτερευόντως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κατά την άποψή του, το διακύβευμα ήταν τόσο μεγάλο ώστε τα στοιχεία έπρεπε να δουν το φως της δημοσιότητας, ακόμη κι αν υπήρχε αντίθετη επιθυμία από την εμπλεκόμενη πλευρά. Τέλος, καταλόγισε στο κράτος και στις αρμόδιες υπηρεσίες αποτυχία προστασίας της γυναίκας. Όπως είπε, όταν υπήρξαν πληροφορίες ότι είχε χαθεί η επαφή μαζί της, ενημερώθηκε η αστυνομία και θα έπρεπε να ενεργοποιηθούν μηχανισμοί προστασίας, ψυχολογικής στήριξης και ενθάρρυνσής της να καταθέσει ως μάρτυρας. Αντί αυτού, υποστήριξε, έγινε το ακριβώς αντίθετο: επιχειρήθηκε να στηριχθεί η εκδοχή ότι όλα ήταν ψεύτικα. Διαβάστε επίσης: Νέα δεδομένα για «Σάντη»: Τι αποκαλύπτει η ένορκη δήλωση στην Αστυνομία

Go to News Site