Collector
Τεστ DNA και πατρότητα: Όταν η άρνηση «μιλά» στο δικαστήριο | Collector
Τεστ DNA και πατρότητα: Όταν η άρνηση «μιλά» στο δικαστήριο
Sigmalive

Τεστ DNA και πατρότητα: Όταν η άρνηση «μιλά» στο δικαστήριο

Η αναγνώριση της πατρότητας αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα και καθοριστικά θέματα του οικογενειακού δικαίου, καθώς επηρεάζει όχι μόνο μια νομική σχέση, αλλά αγγίζει βαθιά την ταυτότητα, την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα ενός παιδιού. Στον πυρήνα της προσέγγισης αυτής βρίσκεται ο παιδοκεντρικός χαρακτήρας του σύγχρονου οικογενειακού δικαίου, το συμφέρον του παιδιού λειτουργεί ως καθοδηγητική αρχή, επιβάλλοντας στα δικαστήρια να αναζητούν την ουσιαστική αλήθεια για την καταγωγή του, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται την απονομή αποδεικτικών συνεπειών σε πρόσωπα που αρνούνται να συνεργαστούν, χωρίς όμως να θίγεται η σωματική τους αυτονομία. Στη σύγχρονη εποχή η επιστήμη, και ειδικότερα η τεχνολογία των εξετάσεων DNA, έχει επιτρέψει τον σχεδόν απόλυτο καθορισμό της βιολογικής συγγένειας. Παρά την ακρίβεια που προσφέρει η τεχνολογία το δίκαιο καλείται να αντιμετωπίσει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ένα άτομο αρνείται να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση; Η απάντηση που έχει διαμορφωθεί τόσο στο αγγλικό όσο και στο κυπριακό δίκαιο βασίζεται σε μια προσεκτική εξισορρόπηση μεταξύ της σωματικής αυτονομίας και της ανάγκης αναζήτησης της αλήθειας. Σημαντική αφετηρία αποτελεί η αγγλική νομολογία και ειδικότερα οι υποθέσεις Re A (A Minor) (Paternity: Refusal of Blood Test) 1994 και Re G (A Minor) (Paternity: Blood Tests) 1997 . Όπως έχει επισημανθεί και σε κυπριακές αποφάσεις, Ιωάννης Τριφταρίδης v .Xiaodan Liu (2016) 1 ΑΑΔ 2349 «…..η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσίβλητης βασίζεται στη νομολογία της σχεδόν ταυτόσημης αγγλικής νομοθεσίας…». Αυτή η αναφορά αποτυπώνει με σαφήνεια την επιρροή του αγγλικού δικαίου στο κυπριακό νομικό σύστημα. Στην υπόθεση Re A ανωτέρω, ο δικαστής Waite LJ διατύπωσε μια αρχή που παραμένει μέχρι σήμερα καίρια. Τόνισε ότι, με δεδομένη την πρόοδο της επιστήμης, όταν εγείρεται αξίωση εναντίον ενός προσώπου που ενδέχεται να είναι ο πατέρας και εκείνο επιλέγει να μην υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, τότε — ελλείψει σαφών και πειστικών λόγων για την άρνηση, το συμπέρασμα ότι είναι πράγματι ο πατέρας καθίσταται «ουσιαστικά αναπόφευκτο» (virtually inescapable). Αυτή η θέση δεν επιβάλλει εξαναγκασμό, αλλά αποδίδει σημαντική αποδεικτική βαρύτητα στη στάση του αρνούμενου. Η αρχή που προκύπτει είναι σαφής ήτοι το δικαστήριο δεν μπορεί να υποχρεώσει ένα άτομο να υποβληθεί σε εξέταση αίματος ή DNA, καθώς κάτι τέτοιο θα παραβίαζε το δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα και την ιδιωτική ζωή. Ωστόσο, η άρνηση δεν είναι νομικά ουδέτερη. Αντίθετα δε, μπορεί να οδηγήσει στη συναγωγή δυσμενών συμπερασμάτων, τα οποία αξιολογούνται μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης. Με άλλα λόγια η άρνηση δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πατρότητας αλλά μπορεί να καταστεί καθοριστικός παράγοντας για την τελική κρίση. Η ίδια φιλοσοφία έχει υιοθετηθεί και στην κυπριακή έννομη τάξη. Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο καθορίζεται κυρίως από τον περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμο, ο οποίος ρυθμίζει ζητήματα αναγνώρισης και αμφισβήτησης πατρότητας. Ο νόμος αυτός επιτρέπει τη χρήση επιστημονικών μεθόδων ως αποδεικτικών μέσων και παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να διατάξει τη διενέργεια σχετικών εξετάσεων. Ωστόσο, όπως και στο αγγλικό δίκαιο δεν προβλέπεται φυσική επέμβαση σε περίπτωση άρνησης. Η κυπριακή νομολογία έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει αυτή την προσέγγιση. Σε υποθέσεις όπου ο φερόμενος πατέρας αρνήθηκε να υποβληθεί σε εξέταση DNA, τα δικαστήρια αξιολόγησαν την άρνηση ως επιβαρυντικό στοιχείο. Η άρνηση, ιδιαίτερα όταν είναι αδικαιολόγητη, μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών της άλλης πλευράς και σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, να οδηγήσει στη διαπίστωση της πατρότητας. Με αυτόν τον τρόπο τα δικαστήρια αποφεύγουν τον εξαναγκασμό, αλλά ταυτόχρονα δεν επιτρέπουν την αποφυγή της αλήθειας. Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη νομική και κοινωνική ισορροπία. Από τη μία πλευρά, το άτομο διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί ιατρική επέμβαση ή εξέταση, προστατεύοντας τη σωματική του αυτονομία. Από την άλλη το παιδί έχει έννομο συμφέρον να γνωρίζει την καταγωγή του, κάτι που συνδέεται με την προσωπική του ταυτότητα, αλλά και με δικαιώματα όπως η διατροφή και η κληρονομική διαδοχή. Το δίκαιο επομένως, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτά τα δύο δικαιώματα χωρίς να ακυρώνει κανένα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η στάση των δικαστηρίων δεν αποσκοπεί στην τιμωρία του αρνούμενου, αλλά στη διασφάλιση της απονομής δικαιοσύνης ειδικότερα δε στην σφαίρα του παιδοκεντρικού χαρακτήρα του Οικογενειακού Δικαίου, όπου το ευάλωτο μέρος είναι τα παιδιά. Η άρνηση δεν αντιμετωπίζεται ως ενοχή αλλά ως ένα στοιχείο που επιτρέπει στο δικαστήριο να εξαγάγει λογικά συμπεράσματα. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου η επιστήμη παρέχει αξιόπιστα μέσα απόδειξης, η αδικαιολόγητη αποφυγή τους δεν μπορεί να αγνοείται. Καταληκτικά τόσο η αγγλική όσο και η κυπριακή νομολογία συγκλίνουν σε μια κοινή αρχή. Ότι η αναζήτηση της αλήθειας αποτελεί θεμελιώδη στόχο της δικαιοσύνης αλλά δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω εξαναγκασμού. Αντίθετα, η άρνηση συνεργασίας έχει αποδεικτικές συνέπειες που μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την έκβαση μιας υπόθεσης. Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης παραμένει πάντοτε το συμφέρον του παιδιού — ένα συμφέρον που τα δικαστήρια καλούνται να προστατεύσουν με τρόπο δίκαιο, ισορροπημένο και σύμφωνο με τις σύγχρονες εξελίξεις της επιστήμης και της κοινωνίας. Αλέξανδρος Χ. Αλεξάνδρου Δικηγόρος

Go to News Site