iefimerida
Ο Κωνταντίνος Μαρκουλάκη ς μιλά στο iefimerida.gr για την αμερικανική ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί και αποκαλύπτει τη σχέση του με τον χρόνο. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης επιστρέφει δυναμικά στη μεγάλη οθόνη με μια νέα αμερικανική παραγωγή που τον βρίσκει σε μια από τις πιο ώριμες και ουσιαστικές στιγμές της πορείας του. Στην ταινία « I was a stranger» του Μπραντ Άντερσεν, υποδύεται έναν ήρωα βασισμένο σε πραγματικό πρόσωπο - έναν άνθρωπο που έχει τιμηθεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας για τη δράση του, προσδίδοντας στον ρόλο μια ιδιαίτερη βαρύτητα και ευθύνη. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν καταλήξει στον Μαρκουλάκη, ο σκηνοθέτης είχε συζητήσει τον ίδιο ρόλο με τον Τζον Μάλκοβιτς αναζητώντας το πρόσωπο που θα μπορούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ένταση και την εσωτερικότητα. Ο ίδιος δεν δίστασε να δοκιμάσει τα όριά του: πραγματοποίησε μόνος του όλες τις απαιτητικές σκηνές δράσης, σε μια επιλογή που στο Χόλιγουντ συναντά κανείς σπάνια, με πιο χαρακτηριστική εξαίρεση τον Τομ Κρουζ. Σήμερα, παραμένει ένας άνθρωπος που απολαμβάνει εξίσου τη δημιουργία και τη σιωπή. Και στη φάση της ζωής που τον συναντώ, λίγο πριν κλείσει τα 56 του χρόνια, δηλώνει με ειλικρίνεια ότι νιώθει καλά. Ένας ηθοποιός που δεν κυνηγά τον χρόνο, αλλά μοιάζει να τον έχει κάνει σύμμαχό του. «Υπήρξαν συζητήσεις με τον Τζον Μάλκοβιτς για να υποδυθεί τον ρόλο μου»» Πώς προέκυψε η πρόταση για την ταινία; Πήρα τον ρόλο μέσα από ακρόαση. Έψαχναν ηθοποιό στην Ελλάδα για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, όταν ο σκηνοθέτης αποφάσισε να δουλέψει με Έλληνες ηθοποιούς. Έκανα δοκιμαστικό και τελικά πήρα τον ρόλο του «Σταύρου». Στην αρχή υπήρξαν κάποιες συζητήσεις με τον σκηνοθέτη και τον Τζον Μάλκοβιτς για την εκδοχή της ταινίας με αγγλόφωνο καστ. Τελικά, για λόγους αυθεντικότητας, επέλεξε να δουλέψει με ηθοποιούς που μιλούν τις γλώσσες των χαρακτήρων. Νομίζω ότι αυτή η επιλογή έχει μεγάλο νόημα. Μπορεί να δυσκολεύει κάπως την εμπορική πορεία της ταινίας, αλλά, κατά τη γνώμη μου, ενισχύει την ειλικρίνειά της ως προς την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί. Ο ηθοποιός που υποδύεται τον στρατιώτη, Yahya Mahayni, είναι ένας εξαιρετικός Σύριος ηθοποιός που ζει εκτοπισμένος στο Παρίσι και δεν μπορούσε, τουλάχιστον με το προηγούμενο καθεστώς, να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η πρωταγωνίστρια, η Yasmine Al Massri είναι Λιβανέζα που ζει στην Αμερική. Με έναν τρόπο, λοιπόν, η ταινία, παρότι μυθοπλασία, προσπαθεί να καθρεφτίσει μια πραγματικότητα, όχι μόνο μέσα από τους χαρακτήρες, αλλά και μέσα από τους ίδιους τους ηθοποιούς που τους ερμηνεύουν. Το προσφυγικό είναι στον πυρήνα της ιστορίας. Ολοκληρώνοντας τα γυρίσματα, άλλαξε κάτι μέσα σου σε σχέση με αυτό το ζήτημα; Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για ένα εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα, που θα απασχολεί διαρκώς τις δυτικές κοινωνίες για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Προσωπικά είχα ήδη μια πιο ανοιχτή στάση, όμως η επαφή, μέσα από ένα έργο τέχνης, με την ανθρώπινη αλήθεια που κρύβεται πίσω από αυτές τις ιστορίες βοηθά να οξύνουμε τη ματιά, την ψυχή και το πνεύμα μας. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση, και ως έναν βαθμό είναι ανθρώπινο και κατανοητό, να είμαστε φοβικοί ή καχύποπτοι απέναντι στο ξένο και να θέλουμε να περιχαρακωθούμε. Μια ταινία σαν αυτή, χωρίς να παίρνει ιδεολογική θέση για το τι πρέπει να κάνει μια κοινωνία, υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό ούτε στατιστικό. Αφορά ανθρώπους με ζωές, οικογένειες και όνειρα, που αναγκάζονται να τα εγκαταλείψουν. Με αυτή την έννοια, παρότι δεν είναι ιδεολογικά τοποθετημένη, είναι βαθιά πολιτική, γιατί λειτουργεί ως υπενθύμιση του ανθρωπισμού. Έχει σημασία, για παράδειγμα, ότι στην αρχή και στο τέλος βλέπουμε την πρωταγωνίστρια, τη Σύρια γιατρό στο Σικάγο, και την αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά. Αυτό βοηθά να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους γύρω μας. Οι ιδεολογίες μπορεί να διαφέρουν και η συζήτηση να μην τελειώνει ποτέ, όμως είναι απαραίτητο να υπάρχουν τέτοιες φωνές. Και η Τέχνη είναι ίσως ο πιο ουσιαστικός τρόπος να μας θυμίζει ότι μιλάμε για ανθρώπους. Στην ταινία υποδύεσαι έναν λιμενικό που βοηθά πρόσφυγες - έναν ήρωα βασισμένο σε υπαρκτό πρόσωπο. Πρόκειται για τον τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, λιμενικό από τη Λέσβο, ο οποίος είχε τιμηθεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας και δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Η δράση του ίδιου και της ομάδας του αποτέλεσε τη βάση για τη μικρού μήκους ταινία 4.1 Miles , που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ. Μέσα από αυτή τη μελέτη κατάλαβα κάτι ουσιαστικό: την απόλυτη προσήλωση στον στόχο, τη βαθιά θλίψη για κάθε ζωή που χάνεται και, ταυτόχρονα, την πλήρη απουσία ηρωισμού ή αυτοθαυμασμού. Ο χαρακτήρας μου είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή της Ιστορίας, σε ένα συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη, και καλείται να σηκώσει ένα βάρος. Και το κάνει με ταπεινότητα. Μπροστά στον κίνδυνο και στον θάνατο δεν κάνει διακρίσεις. Τα πλάνα μέσα στο νερό που θέλησε να κάνει ο ίδιος στα γυρίσματα Οι σκηνές στη θάλασσα, και μάλιστα σε συνθήκες τρικυμίας, πόσο απαιτητικές ήταν; Πρόκειται για πραγματικά γυρίσματα; Ήταν πολύ απαιτητικά και πολύωρα γυρίσματα, από 12 έως και 16 ώρες την ημέρα. Πρόκειται για σκηνές δράσης, σύνθετες και απαιτητικές, που όμως, οφείλω να πω, είχαν και μια μεγάλη απόλαυση. Δεν σου δίνεται συχνά η ευκαιρία να συμμετέχεις σε μια ταινία με τέτοιο χαρακτήρα. Εμένα με ευχαρίστησε ιδιαίτερα αυτό το κομμάτι. Έκανα όλα τα stunts μόνος μου, όπως τις καταδύσεις,και ήταν μια εμπειρία που ήθελα να τη ζήσω πλήρως. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις όπου δεν μπορούσαν να εκτελεστούν συγκεκριμένες σκηνές από τους κασκαντέρ, προσφέρθηκα να τις κάνω εγώ. Ένα από αυτά ήταν το πλάνο όπου βουτάω στον βυθό για να σώσω ένα παιδί. Γυρίστηκε σε μια μεγάλη πισίνα, με εμένα στον πάτο, και το έκανα με μεγάλο ενθουσιασμό, παρότι η παραγωγή με προέτρεπε να το αποφύγω. Μου έκανε εντύπωση όταν μου είπαν ότι ένας Αμερικανός ηθοποιός δύσκολα θα το έκανε αυτό, Ξέρουμε ότι μόνο ο Τομ Κρουζ κάνει μόνος τις σκηνές του - γενικά τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Εμείς οι Έλληνες ηθοποιοί έχουμε μάθει να δουλεύουμε πιο ολιστικά, να είμαστε εργαλεία της δουλειάς, συχνά μέσα σε πιο δύσκολες συνθήκες και με πιο περιορισμένα μέσα. Αλλά όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, δεν είναι βάρος - είναι ευκαιρία. Και, αν θέλεις, αυτό συνδέεται και με τον χαρακτήρα του Σταύρου: είναι ένας άνθρωπος που ξεπερνά τα όριά του, όχι ηρωικά, αλλά ουσιαστικά, υπηρετώντας κάτι βαθύτερο: τον άνθρωπο απέναντι στον άνθρωπο. «Οι βοηθητικοί ηθοποιοί στην ταινία ήταν πρόσφυγες» Ένα από τα πιο δυνατά σου εκφραστικά εργαλεία είναι το βλέμμα. Σε κάποιες σκηνές αρκεί για να αποδώσει την ψυχοσύνθεση του «Σταύρου». Πόσο εύκολο ήταν να διατηρηθεί αυτή η εσωτερικότητα σε τόσο δύσκολες συνθήκες; Χαίρομαι πολύ που το λες, γιατί αυτό ήταν το βασικό μου focus στον συγκεκριμένο ρόλο. Με ενδιέφερε το πώς βλέπει ο χαρακτήρας τον κόσμο, πώς επηρεάζεται βαθιά από τους ανθρώπους που χάνονται στη βάρδια του και πώς κουβαλά αυτό το βάρος με ταπεινότητα. Πρόκειται για μια εσωτερική, ψυχική κατάσταση που προσπάθησα να αποτυπώσω μέσα από το βλέμμα. Το περιβάλλον των γυρισμάτων, αν και απαιτητικό, ήταν ταυτόχρονα προστατευμένο. Οι ακραίες συνθήκες -βροχή, άνεμοι, κύματα, κεραυνοί- δημιουργούνταν από κινηματογραφικούς μηχανισμούς. Με το που ακουγόταν το «στοπ», όλα σταματούσαν. Ήταν δύσκολο, αλλά είχε και τη γοητεία της κατασκευής: δημιουργείς κάτι ψεύτικο που, όταν προστεθεί η αλήθεια της ερμηνείας, γίνεται βαθιά αληθινό. Αυτό που ήταν πραγματικά αληθινό, όμως, ήταν οι άνθρωποι. Οι βοηθητικοί ηθοποιοί που υποδύονταν τους πρόσφυγες ήταν οι ίδιοι πρόσφυγες. Άνθρωποι που είχαν κάνει αυτό το ταξίδι. Και ο σκηνοθέτης, ο Μπραντ Άντερσεν, πριν από κάθε γύρισμα, οργάνωνε μια μικρή, προαιρετική τελετή: ζητούσε από κάποιον να μοιραστεί την προσωπική του ιστορία. Πώς έφυγε, γιατί, τι συνάντησε στον δρόμο. Ήταν σαν ένα προσωπικό ντοκιμαντέρ για όλους μας- μια υπενθύμιση ότι η μυθοπλασία πατάει πάνω σε αληθινές ζωές. Ο Μπραντ είναι ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Γνωριστήκαμε μέσα από την ταινία, αλλά αναπτύχθηκε μια βαθιά φιλία. Υπάρχει μια πνευματική συγγένεια και μια ουσιαστική σύνδεση, πέρα από τις αποστάσεις. Ζει ανάμεσα στο Μαλιμπού και τη Γιούτα, εγώ στην Αθήνα, αλλά κρατάμε επαφή και συναντιόμαστε στην Ελλάδα κάνοντας μαζί διακοπές. Είναι ένας άνθρωπος που τον ενδιαφέρει πραγματικά τι συμβαίνει στον κόσμο και δεν είναι εγκλωβισμένος σε στεγανά. Σε έχει απασχολήσει ποτέ η ιδέα μιας καριέρας στο εξωτερικό; Η ιδέα της καριέρας στο εξωτερικό είναι κάπως διαφορετική από την επιθυμία να συμμετέχεις σε δουλειές που ξεπερνούν τα σύνορα. Το δεύτερο με ενδιαφέρει πολύ. Να μπορώ να δημιουργώ και να συμμετέχω σε έργα που έχουν μια ευρύτερη απήχηση και ουσία. Από την άλλη, νιώθω ότι στην Ελλάδα έχω τη δυνατότητα να κάνω πράγματα που με γεμίζουν δημιουργικά. Δεν με απασχολεί μια καριέρα ως αυτοσκοπός. Αν όμως προκύψει κάτι με πραγματικό ενδιαφέρον και βάθος, θα με ενδιέφερε πολύ. «Δεν έχω σχέση εξάρτησης με τη δημοσιότητα» Γνώρισες την επιτυχία σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε στιγμή που να πήραν τα μυαλά σου αέρα; Η επιτυχία για μένα ήρθε σταδιακά. Δεν υπήρξε μια απότομη στιγμή έκρηξης. Ξεκίνησα από το θέατρο, όπως οι περισσότεροι της γενιάς μου, δουλεύοντας σταθερά από το 1991, και παράλληλα έκανα προσεκτικές επιλογές στην τηλεόραση. Η γενιά μου στάθηκε τυχερή, γιατί συνέπεσε με την άνθηση της ιδιωτικής τηλεόρασης και του θεάτρου. Ωστόσο, η αναγνωρισιμότητα ήρθε βήμα-βήμα. Δεν ξύπνησα μια μέρα γνωστός. Χρειάστηκε να φτάσω περίπου στα 26-27, με το «Λόγω Τιμής», για να αρχίσει ο κόσμος να με αναγνωρίζει περισσότερο, και γύρω στα 29 ένιωσα ότι με ξέρουν με το όνομά μου. Μεγαλώνοντας, δεν έχω σχέση εξάρτησης με τη δημοσιότητα. Προφανώς, θέλεις αυτό που κάνεις να πετύχει και να αγγίξει τον κόσμο. Υπάρχουν περίοδοι που κάνω πιο εξωστρεφή πράγματα και άλλες που επιλέγω πιο εσωτερικές διαδρομές ή και να σταματήσω για λίγο. Αυτό κρατά μια ισορροπία. Έχεις νιώσει ποτέ την ανασφάλεια ότι μπορεί να έρθει μια περίοδος χωρίς προτάσεις; Εδώ και πολλά χρόνια, από τα 35 μου περίπου, έχω τη δυνατότητα να επιλέγω τι θα κάνω και, σε έναν βαθμό, να δημιουργώ εγώ τις συνθήκες και να προκαλώ τις συνεργασίες. Καμιά φορά, μάλιστα, αυτό λειτουργεί και αντίστροφα: μπορεί να διστάζουν να σου προτείνουν κάτι, θεωρώντας ότι ίσως δεν θα σε ενδιαφέρει. Τι απολαμβάνεις να κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου; Μου αρέσει να είμαι με τους δικούς μου ανθρώπους, να συζητώ, να ακούω και να μιλάω για οτιδήποτε. Ταυτόχρονα, απολαμβάνω και τη μοναχικότητα. Δεν αισθάνομαι καθόλου άβολα όταν μένω μόνος μου -το αντίθετο. «Νιώθω πολύ καλά που το καλοκαίρι γίνομαι 56 ετών» Τι αλλάζει ουσιαστικά στη ζωή μετά τα 50; Είναι ο χρόνος σύμμαχος ή αντίπαλος; Υπάρχει ένας στίχος του Σαββόπουλου που λέει «όσο μεγαλώνουμε, όμορφα παλιώνουμε». Το να μεγαλώνεις είναι η μοναδική εναλλακτική- η άλλη είναι να μη ζεις. Οπότε μάλλον θα έπρεπε να το απολαμβάνουμε. Αν φέρεσαι καλά στον εαυτό σου, στο σώμα, στο πνεύμα, στην ψυχή, και διατηρείς μια ουσιαστική σχέση με τον κόσμο γύρω σου, αυτό επιστρέφει. Τουλάχιστον αυτή τη στιγμή που με ρωτάς, μου φαίνεται κι εμένα κάπως παράξενο ότι το καλοκαίρι γίνομαι 56 ετών. Νιώθω όμως πολύ καλά. Με πετυχαίνεις σε μια φάση της ζωής μου που νιώθω πολύ καλά. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Ο Κωνταντίνος Μαρκουλάκη ς μιλά στο iefimerida.gr για την αμερικανική ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί και αποκαλύπτει τη σχέση του με τον χρόνο. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης επιστρέφει δυναμικά στη μεγάλη οθόνη με μια νέα αμερικανική παραγωγή που τον βρίσκει σε μια από τις πιο ώριμες και ουσιαστικές στιγμές της πορείας του. Στην ταινία « I was a stranger» του Μπραντ Άντερσεν, υποδύεται έναν ήρωα βασισμένο σε πραγματικό πρόσωπο - έναν άνθρωπο που έχει τιμηθεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας για τη δράση του, προσδίδοντας στον ρόλο μια ιδιαίτερη βαρύτητα και ευθύνη. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν καταλήξει στον Μαρκουλάκη, ο σκηνοθέτης είχε συζητήσει τον ίδιο ρόλο με τον Τζον Μάλκοβιτς αναζητώντας το πρόσωπο που θα μπορούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ένταση και την εσωτερικότητα. Ο ίδιος δεν δίστασε να δοκιμάσει τα όριά του: πραγματοποίησε μόνος του όλες τις απαιτητικές σκηνές δράσης, σε μια επιλογή που στο Χόλιγουντ συναντά κανείς σπάνια, με πιο χαρακτηριστική εξαίρεση τον Τομ Κρουζ. Σήμερα, παραμένει ένας άνθρωπος που απολαμβάνει εξίσου τη δημιουργία και τη σιωπή. Και στη φάση της ζωής που τον συναντώ, λίγο πριν κλείσει τα 56 του χρόνια, δηλώνει με ειλικρίνεια ότι νιώθει καλά. Ένας ηθοποιός που δεν κυνηγά τον χρόνο, αλλά μοιάζει να τον έχει κάνει σύμμαχό του. «Υπήρξαν συζητήσεις με τον Τζον Μάλκοβιτς για να υποδυθεί τον ρόλο μου»» Πώς προέκυψε η πρόταση για την ταινία; Πήρα τον ρόλο μέσα από ακρόαση. Έψαχναν ηθοποιό στην Ελλάδα για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, όταν ο σκηνοθέτης αποφάσισε να δουλέψει με Έλληνες ηθοποιούς. Έκανα δοκιμαστικό και τελικά πήρα τον ρόλο του «Σταύρου». Στην αρχή υπήρξαν κάποιες συζητήσεις με τον σκηνοθέτη και τον Τζον Μάλκοβιτς για την εκδοχή της ταινίας με αγγλόφωνο καστ. Τελικά, για λόγους αυθεντικότητας, επέλεξε να δουλέψει με ηθοποιούς που μιλούν τις γλώσσες των χαρακτήρων. Νομίζω ότι αυτή η επιλογή έχει μεγάλο νόημα. Μπορεί να δυσκολεύει κάπως την εμπορική πορεία της ταινίας, αλλά, κατά τη γνώμη μου, ενισχύει την ειλικρίνειά της ως προς την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί. Ο ηθοποιός που υποδύεται τον στρατιώτη, Yahya Mahayni, είναι ένας εξαιρετικός Σύριος ηθοποιός που ζει εκτοπισμένος στο Παρίσι και δεν μπορούσε, τουλάχιστον με το προηγούμενο καθεστώς, να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η πρωταγωνίστρια, η Yasmine Al Massri είναι Λιβανέζα που ζει στην Αμερική. Με έναν τρόπο, λοιπόν, η ταινία, παρότι μυθοπλασία, προσπαθεί να καθρεφτίσει μια πραγματικότητα, όχι μόνο μέσα από τους χαρακτήρες, αλλά και μέσα από τους ίδιους τους ηθοποιούς που τους ερμηνεύουν. Το προσφυγικό είναι στον πυρήνα της ιστορίας. Ολοκληρώνοντας τα γυρίσματα, άλλαξε κάτι μέσα σου σε σχέση με αυτό το ζήτημα; Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για ένα εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα, που θα απασχολεί διαρκώς τις δυτικές κοινωνίες για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Προσωπικά είχα ήδη μια πιο ανοιχτή στάση, όμως η επαφή, μέσα από ένα έργο τέχνης, με την ανθρώπινη αλήθεια που κρύβεται πίσω από αυτές τις ιστορίες βοηθά να οξύνουμε τη ματιά, την ψυχή και το πνεύμα μας. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση, και ως έναν βαθμό είναι ανθρώπινο και κατανοητό, να είμαστε φοβικοί ή καχύποπτοι απέναντι στο ξένο και να θέλουμε να περιχαρακωθούμε. Μια ταινία σαν αυτή, χωρίς να παίρνει ιδεολογική θέση για το τι πρέπει να κάνει μια κοινωνία, υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό ούτε στατιστικό. Αφορά ανθρώπους με ζωές, οικογένειες και όνειρα, που αναγκάζονται να τα εγκαταλείψουν. Με αυτή την έννοια, παρότι δεν είναι ιδεολογικά τοποθετημένη, είναι βαθιά πολιτική, γιατί λειτουργεί ως υπενθύμιση του ανθρωπισμού. Έχει σημασία, για παράδειγμα, ότι στην αρχή και στο τέλος βλέπουμε την πρωταγωνίστρια, τη Σύρια γιατρό στο Σικάγο, και την αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά. Αυτό βοηθά να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους γύρω μας. Οι ιδεολογίες μπορεί να διαφέρουν και η συζήτηση να μην τελειώνει ποτέ, όμως είναι απαραίτητο να υπάρχουν τέτοιες φωνές. Και η Τέχνη είναι ίσως ο πιο ουσιαστικός τρόπος να μας θυμίζει ότι μιλάμε για ανθρώπους. Στην ταινία υποδύεσαι έναν λιμενικό που βοηθά πρόσφυγες - έναν ήρωα βασισμένο σε υπαρκτό πρόσωπο. Πρόκειται για τον τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, λιμενικό από τη Λέσβο, ο οποίος είχε τιμηθεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας και δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Η δράση του ίδιου και της ομάδας του αποτέλεσε τη βάση για τη μικρού μήκους ταινία 4.1 Miles , που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ. Μέσα από αυτή τη μελέτη κατάλαβα κάτι ουσιαστικό: την απόλυτη προσήλωση στον στόχο, τη βαθιά θλίψη για κάθε ζωή που χάνεται και, ταυτόχρονα, την πλήρη απουσία ηρωισμού ή αυτοθαυμασμού. Ο χαρακτήρας μου είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή της Ιστορίας, σε ένα συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη, και καλείται να σηκώσει ένα βάρος. Και το κάνει με ταπεινότητα. Μπροστά στον κίνδυνο και στον θάνατο δεν κάνει διακρίσεις. Τα πλάνα μέσα στο νερό που θέλησε να κάνει ο ίδιος στα γυρίσματα Οι σκηνές στη θάλασσα, και μάλιστα σε συνθήκες τρικυμίας, πόσο απαιτητικές ήταν; Πρόκειται για πραγματικά γυρίσματα; Ήταν πολύ απαιτητικά και πολύωρα γυρίσματα, από 12 έως και 16 ώρες την ημέρα. Πρόκειται για σκηνές δράσης, σύνθετες και απαιτητικές, που όμως, οφείλω να πω, είχαν και μια μεγάλη απόλαυση. Δεν σου δίνεται συχνά η ευκαιρία να συμμετέχεις σε μια ταινία με τέτοιο χαρακτήρα. Εμένα με ευχαρίστησε ιδιαίτερα αυτό το κομμάτι. Έκανα όλα τα stunts μόνος μου, όπως τις καταδύσεις,και ήταν μια εμπειρία που ήθελα να τη ζήσω πλήρως. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις όπου δεν μπορούσαν να εκτελεστούν συγκεκριμένες σκηνές από τους κασκαντέρ, προσφέρθηκα να τις κάνω εγώ. Ένα από αυτά ήταν το πλάνο όπου βουτάω στον βυθό για να σώσω ένα παιδί. Γυρίστηκε σε μια μεγάλη πισίνα, με εμένα στον πάτο, και το έκανα με μεγάλο ενθουσιασμό, παρότι η παραγωγή με προέτρεπε να το αποφύγω. Μου έκανε εντύπωση όταν μου είπαν ότι ένας Αμερικανός ηθοποιός δύσκολα θα το έκανε αυτό, Ξέρουμε ότι μόνο ο Τομ Κρουζ κάνει μόνος τις σκηνές του - γενικά τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Εμείς οι Έλληνες ηθοποιοί έχουμε μάθει να δουλεύουμε πιο ολιστικά, να είμαστε εργαλεία της δουλειάς, συχνά μέσα σε πιο δύσκολες συνθήκες και με πιο περιορισμένα μέσα. Αλλά όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, δεν είναι βάρος - είναι ευκαιρία. Και, αν θέλεις, αυτό συνδέεται και με τον χαρακτήρα του Σταύρου: είναι ένας άνθρωπος που ξεπερνά τα όριά του, όχι ηρωικά, αλλά ουσιαστικά, υπηρετώντας κάτι βαθύτερο: τον άνθρωπο απέναντι στον άνθρωπο. «Οι βοηθητικοί ηθοποιοί στην ταινία ήταν πρόσφυγες» Ένα από τα πιο δυνατά σου εκφραστικά εργαλεία είναι το βλέμμα. Σε κάποιες σκηνές αρκεί για να αποδώσει την ψυχοσύνθεση του «Σταύρου». Πόσο εύκολο ήταν να διατηρηθεί αυτή η εσωτερικότητα σε τόσο δύσκολες συνθήκες; Χαίρομαι πολύ που το λες, γιατί αυτό ήταν το βασικό μου focus στον συγκεκριμένο ρόλο. Με ενδιέφερε το πώς βλέπει ο χαρακτήρας τον κόσμο, πώς επηρεάζεται βαθιά από τους ανθρώπους που χάνονται στη βάρδια του και πώς κουβαλά αυτό το βάρος με ταπεινότητα. Πρόκειται για μια εσωτερική, ψυχική κατάσταση που προσπάθησα να αποτυπώσω μέσα από το βλέμμα. Το περιβάλλον των γυρισμάτων, αν και απαιτητικό, ήταν ταυτόχρονα προστατευμένο. Οι ακραίες συνθήκες -βροχή, άνεμοι, κύματα, κεραυνοί- δημιουργούνταν από κινηματογραφικούς μηχανισμούς. Με το που ακουγόταν το «στοπ», όλα σταματούσαν. Ήταν δύσκολο, αλλά είχε και τη γοητεία της κατασκευής: δημιουργείς κάτι ψεύτικο που, όταν προστεθεί η αλήθεια της ερμηνείας, γίνεται βαθιά αληθινό. Αυτό που ήταν πραγματικά αληθινό, όμως, ήταν οι άνθρωποι. Οι βοηθητικοί ηθοποιοί που υποδύονταν τους πρόσφυγες ήταν οι ίδιοι πρόσφυγες. Άνθρωποι που είχαν κάνει αυτό το ταξίδι. Και ο σκηνοθέτης, ο Μπραντ Άντερσεν, πριν από κάθε γύρισμα, οργάνωνε μια μικρή, προαιρετική τελετή: ζητούσε από κάποιον να μοιραστεί την προσωπική του ιστορία. Πώς έφυγε, γιατί, τι συνάντησε στον δρόμο. Ήταν σαν ένα προσωπικό ντοκιμαντέρ για όλους μας- μια υπενθύμιση ότι η μυθοπλασία πατάει πάνω σε αληθινές ζωές. Ο Μπραντ είναι ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Γνωριστήκαμε μέσα από την ταινία, αλλά αναπτύχθηκε μια βαθιά φιλία. Υπάρχει μια πνευματική συγγένεια και μια ουσιαστική σύνδεση, πέρα από τις αποστάσεις. Ζει ανάμεσα στο Μαλιμπού και τη Γιούτα, εγώ στην Αθήνα, αλλά κρατάμε επαφή και συναντιόμαστε στην Ελλάδα κάνοντας μαζί διακοπές. Είναι ένας άνθρωπος που τον ενδιαφέρει πραγματικά τι συμβαίνει στον κόσμο και δεν είναι εγκλωβισμένος σε στεγανά. Σε έχει απασχολήσει ποτέ η ιδέα μιας καριέρας στο εξωτερικό; Η ιδέα της καριέρας στο εξωτερικό είναι κάπως διαφορετική από την επιθυμία να συμμετέχεις σε δουλειές που ξεπερνούν τα σύνορα. Το δεύτερο με ενδιαφέρει πολύ. Να μπορώ να δημιουργώ και να συμμετέχω σε έργα που έχουν μια ευρύτερη απήχηση και ουσία. Από την άλλη, νιώθω ότι στην Ελλάδα έχω τη δυνατότητα να κάνω πράγματα που με γεμίζουν δημιουργικά. Δεν με απασχολεί μια καριέρα ως αυτοσκοπός. Αν όμως προκύψει κάτι με πραγματικό ενδιαφέρον και βάθος, θα με ενδιέφερε πολύ. «Δεν έχω σχέση εξάρτησης με τη δημοσιότητα» Γνώρισες την επιτυχία σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε στιγμή που να πήραν τα μυαλά σου αέρα; Η επιτυχία για μένα ήρθε σταδιακά. Δεν υπήρξε μια απότομη στιγμή έκρηξης. Ξεκίνησα από το θέατρο, όπως οι περισσότεροι της γενιάς μου, δουλεύοντας σταθερά από το 1991, και παράλληλα έκανα προσεκτικές επιλογές στην τηλεόραση. Η γενιά μου στάθηκε τυχερή, γιατί συνέπεσε με την άνθηση της ιδιωτικής τηλεόρασης και του θεάτρου. Ωστόσο, η αναγνωρισιμότητα ήρθε βήμα-βήμα. Δεν ξύπνησα μια μέρα γνωστός. Χρειάστηκε να φτάσω περίπου στα 26-27, με το «Λόγω Τιμής», για να αρχίσει ο κόσμος να με αναγνωρίζει περισσότερο, και γύρω στα 29 ένιωσα ότι με ξέρουν με το όνομά μου. Μεγαλώνοντας, δεν έχω σχέση εξάρτησης με τη δημοσιότητα. Προφανώς, θέλεις αυτό που κάνεις να πετύχει και να αγγίξει τον κόσμο. Υπάρχουν περίοδοι που κάνω πιο εξωστρεφή πράγματα και άλλες που επιλέγω πιο εσωτερικές διαδρομές ή και να σταματήσω για λίγο. Αυτό κρατά μια ισορροπία. Έχεις νιώσει ποτέ την ανασφάλεια ότι μπορεί να έρθει μια περίοδος χωρίς προτάσεις; Εδώ και πολλά χρόνια, από τα 35 μου περίπου, έχω τη δυνατότητα να επιλέγω τι θα κάνω και, σε έναν βαθμό, να δημιουργώ εγώ τις συνθήκες και να προκαλώ τις συνεργασίες. Καμιά φορά, μάλιστα, αυτό λειτουργεί και αντίστροφα: μπορεί να διστάζουν να σου προτείνουν κάτι, θεωρώντας ότι ίσως δεν θα σε ενδιαφέρει. Τι απολαμβάνεις να κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου; Μου αρέσει να είμαι με τους δικούς μου ανθρώπους, να συζητώ, να ακούω και να μιλάω για οτιδήποτε. Ταυτόχρονα, απολαμβάνω και τη μοναχικότητα. Δεν αισθάνομαι καθόλου άβολα όταν μένω μόνος μου -το αντίθετο. «Νιώθω πολύ καλά που το καλοκαίρι γίνομαι 56 ετών» Τι αλλάζει ουσιαστικά στη ζωή μετά τα 50; Είναι ο χρόνος σύμμαχος ή αντίπαλος; Υπάρχει ένας στίχος του Σαββόπουλου που λέει «όσο μεγαλώνουμε, όμορφα παλιώνουμε». Το να μεγαλώνεις είναι η μοναδική εναλλακτική- η άλλη είναι να μη ζεις. Οπότε μάλλον θα έπρεπε να το απολαμβάνουμε. Αν φέρεσαι καλά στον εαυτό σου, στο σώμα, στο πνεύμα, στην ψυχή, και διατηρείς μια ουσιαστική σχέση με τον κόσμο γύρω σου, αυτό επιστρέφει. Τουλάχιστον αυτή τη στιγμή που με ρωτάς, μου φαίνεται κι εμένα κάπως παράξενο ότι το καλοκαίρι γίνομαι 56 ετών. Νιώθω όμως πολύ καλά. Με πετυχαίνεις σε μια φάση της ζωής μου που νιώθω πολύ καλά. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site