ToThemaOnline
Η αποχή δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι μήνυμα. Και στις βουλευτικές εκλογές του 2021, το μήνυμα αυτό έγινε πιο ηχηρό από ποτέ. Πάνω από ένας στους τρεις πολίτες επέλεξε να μην πάει στις κάλπες. Δεν πρόκειται για αδιαφορία με την απλοϊκή έννοια που συχνά της αποδίδεται. Πρόκειται για μια συνειδητή στάση, που κρύβει θυμό, απογοήτευση και βαθιά απαξίωση προς το πολιτικό σύστημα. Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων χρόνων καταγράφουν μια σταθερή φθορά στην εμπιστοσύνη προς τα κόμματα. Η φράση «κανείς δεν με εκφράζει» δεν είναι πλέον περιθωριακή· είναι κυρίαρχη. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους αναποφάσιστους ή τους νέους ψηφοφόρους. Διαπερνά οριζόντια την κοινωνία, ακόμη και ψηφοφόρους που παραδοσιακά ήταν κομματικά ταυτισμένοι. Το πρόβλημα γίνεται πιο εμφανές, όταν δει κανείς τι συμβαίνει εντός του ίδιου του κομματικού συστήματος. Κόμματα που για χρόνια αποτελούσαν σταθερούς πυλώνες φαίνεται να δυσκολεύονται να πείσουν. Το ΔΗΚΟ, για παράδειγμα, δείχνει να αντιμετωπίζει πρόβλημα ταυτότητας και απήχησης, με ένα μέρος της εκλογικής του βάσης να αποστασιοποιείται ή να αναζητά εναλλακτικές. Αντίστοιχα, το ΑΚΕΛ συνεχίζει να καταγράφει διαρροές, και προς μικρότερα ή νεοεμφανιζόμενα σχήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέρος των ψηφοφόρων του, φαίνεται να στρέφεται ακόμη και προς κινήσεις όπως η «Άμεση Δημοκρατία», αναζητώντας κάτι διαφορετικό, ή πιο «αντισυστημικό». Αλλά ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση κρίσης ταυτότητας αφορά τον ΔΗΣΥ. Το κόμμα που για χρόνια εξέφραζε έναν σαφή πολιτικό χώρο, φαίνεται σήμερα να βρίσκεται σε μια πιο σύνθετη φάση αναζήτησης προσανατολισμού. Οι εσωτερικές αντιφάσεις, οι διαφορετικές τάσεις και η προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε παραδοσιακές και πιο σύγχρονες θέσεις, δημιουργούν μια εικόνα ασάφειας προς τα έξω. Αυτή η ασάφεια δεν μένει χωρίς συνέπειες. Καταγράφονται διαρροές ψηφοφόρων, με ένα μέρος τους να κατευθύνεται προς το ΕΛΑΜ. Πρόκειται για μια τάση που δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς αντανακλά ευρύτερα συναισθήματα ανασφάλειας, δυσαρέσκειας και ανάγκης για πιο «καθαρά» μηνύματα, έστω και αν αυτά εκφράζονται με πιο ακραίο τρόπο. Το φαινόμενο αυτό, δεν περιορίζεται σε ένα κόμμα. Αγγίζει συνολικά το πολιτικό σκηνικό. Οι παραδοσιακές κομματικές γραμμές θολώνουν, και η ψήφος γίνεται πιο ρευστή. Ο ψηφοφόρος δεν αισθάνεται πλέον δεσμευμένος. Δεν ψηφίζει «όπως πάντα». Αντίθετα, επιλέγει πιο εύκολα να τιμωρήσει, να διαφοροποιηθεί ή να δοκιμάσει κάτι νέο. Και εδώ ακριβώς εντάσσεται η άνοδος των λεγόμενων «νεοφανών» κομμάτων και κινήσεων. Σχήματα χωρίς βαθιές ρίζες στο πολιτικό σύστημα, καταφέρνουν να προσελκύσουν ψηφοφόρους, όχι απαραίτητα λόγω ολοκληρωμένων προγραμμάτων, αλλά επειδή εκφράζουν τη δυσαρέσκεια. Για πολλούς πολίτες, η ψήφος σε αυτά τα σχήματα είναι ένας τρόπος να στείλουν μήνυμα προς το κατεστημένο. Την ίδια στιγμή, η αποχή λειτουργεί ως η πιο μαζική, αλλά και πιο σιωπηλή μορφή διαμαρτυρίας. Είναι η επιλογή εκείνων, που δεν πείθονται από κανέναν. Εκείνων, που δεν βλέπουν λόγο να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία που θεωρούν ότι δεν οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή. Το ερώτημα είναι αν τα κόμματα έχουν κατανοήσει το βάθος αυτής της δυσαρέσκειας. Η εικόνα της προεκλογικής εκστρατείας, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Η συζήτηση συχνά περιορίστηκε σε επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις, συνθήματα και διαχείριση εντυπώσεων. Τα μεγάλα ζητήματα- ακρίβεια, χαμηλοί μισθοί, στεγαστικό, προοπτικές για τους νέους- δεν αναλύθηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα. Πολλοί πολίτες ένιωσαν ότι δεν ακούστηκαν. Ότι τα προβλήματά τους δεν έγιναν προτεραιότητα. Και όταν η πολιτική δεν δίνει απαντήσεις, οι πολίτες απομακρύνονται ή στρέφονται αλλού. Υπήρχαν, επίσης, προτάσεις που δεν ακούστηκαν όσο θα έπρεπε. Η ανάγκη για διαφάνεια και λογοδοσία, για πραγματικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, για πολιτικές που θα δίνουν προοπτική στους νέους, δεν βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης. Ζητήματα όπως η πράσινη μετάβαση, η ψηφιακή αναβάθμιση και η ενίσχυση της μεσαίας τάξης έμειναν σε δεύτερο πλάνο ή παρουσιάστηκαν χωρίς σαφήνεια. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: τα κόμματα δεν πείθουν, οι πολίτες απομακρύνονται, και η απομάκρυνση αυτή ενισχύει περαιτέρω την κρίση εμπιστοσύνης. Και όσο αυτός ο κύκλος συνεχίζεται, τόσο ενισχύονται είτε η αποχή είτε οι «εναλλακτικές» επιλογές, συχνά χωρίς σταθερή βάση. Η αποχή, τελικά, δεν είναι αδιαφορία. Είναι προειδοποίηση. Και η μετακίνηση ψηφοφόρων προς άλλους χώρους είναι ένα δεύτερο, εξίσου ηχηρό καμπανάκι. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να συνεχίσει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αν τα κόμματα θέλουν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με την κοινωνία. Να μιλήσουν με ειλικρίνεια, να ακούσουν χωρίς φίλτρα και να παρουσιάσουν συγκεκριμένες λύσεις. Διαφορετικά, το μήνυμα της αποχής θα γίνεται όλο και πιο δυνατό- και όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Go to News Site