Collector
«Πόρτα» Ανωτάτου σε φερόμενο κατάσκοπο που συνελήφθη στη Λεμεσό | Collector
«Πόρτα» Ανωτάτου σε φερόμενο κατάσκοπο που συνελήφθη στη Λεμεσό
Sigmalive

«Πόρτα» Ανωτάτου σε φερόμενο κατάσκοπο που συνελήφθη στη Λεμεσό

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση κατηγορούμενου σε πολύκροτη ποινική υπόθεση κατασκοπείας, με την οποία ζητούσε άδεια να προσφύγει με προνομιακό ένταλμα certiorari εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Η απόφαση κλείνει, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, την προσπάθεια της υπεράσπισης να ανατρέψει τη μη αποκάλυψη απόρρητου υλικού που βρίσκεται στην κατοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Ο αιτητής αντιμετωπίζει σοβαρότατες κατηγορίες που αφορούν αδικήματα κατασκοπείας, δημοσίευση ειδήσεων σχετικών με την άμυνα της Δημοκρατίας, παράνομη καταγραφή εικόνων από απαγορευμένη περιοχή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα αδικήματα φέρονται να τελέστηκαν μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2025. Πριν ακόμη απαντήσει στις κατηγορίες, ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει από το Κακουργιοδικείο να εξετάσει δικαστικά υλικό που δεν του είχε δοθεί, το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή χαρακτήριζε ως «classified», εμπιστευτικό ή συνδεδεμένο με το σύστημα SIENA της Europol. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι το συγκεκριμένο υλικό ενδεχομένως να ήταν κρίσιμο για την προετοιμασία της άμυνας και ότι η μη αποκάλυψή του παραβίαζε την αρχή της δίκαιης δίκης. Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, εξετάζοντας τα επίμαχα έγγραφα, είχε κρίνει ότι αυτά δεν αποτελούσαν αποδεικτικό υλικό, ούτε περιείχαν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν ουσιωδώς την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ή να ενισχύσουν ουσιωδώς την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, έκρινε πως δεν υπήρχε ανάγκη να εξεταστεί περαιτέρω αν προστατεύονταν για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η υπεράσπιση επιχείρησε να προσβάλει αυτή την κρίση ενώπιον του Ανώτατου, υποστηρίζοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο υπερέβη ή άσκησε πλημμελώς τη δικαιοδοσία του, εφάρμοσε λανθασμένο νομικό κριτήριο και δεν προχώρησε σε ουσιαστικό έλεγχο του υλικού. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η απόφαση οδηγεί σε ανισότητα όπλων, αφού ο κατηγορούμενος καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς πλήρη γνώση της υπόθεσης που αντιμετωπίζει. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως απέρριψε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς. Στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι τα προνομιακά εντάλματα αποτελούν εξαιρετική μορφή ελέγχου κατώτερων δικαστηρίων και δεν λειτουργούν ως «έφεση υπό μεταμφίεση». Δηλαδή, δεν χρησιμοποιούνται για να επανεξετάζεται η ορθότητα μιας δικαστικής κρίσης επί της ουσίας, αλλά μόνο όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, προκατάληψη ή παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Ο δικαστής σημειώνει ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προέκυπτε πως ο πραγματικός στόχος του αιτητή δεν ήταν να αναδείξει ζήτημα νομιμότητας, αλλά να αμφισβητήσει την ουσιαστική κρίση του Κακουργιοδικείου για το αν το υλικό έπρεπε ή όχι να αποκαλυφθεί. Αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο certiorari. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο γεγονός ότι ο αιτητής διαθέτει άλλο ένδικο μέσο: την έφεση. Το Ανώτατο υπενθύμισε ότι όταν υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία μέσω έφεσης, η χορήγηση άδειας για προνομιακό ένταλμα δίδεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες στην παρούσα υπόθεση δεν αποδείχθηκαν. Το Δικαστήριο παρέπεμψε μάλιστα και σε πρόσφατη παρόμοια υπόθεση από το Κακουργιοδικείο Αμμοχώστου, όπου είχε τονιστεί ότι ακόμη και αν ακυρωνόταν μια τέτοια ενδιάμεση απόφαση μέσω certiorari, αυτό δεν θα οδηγούσε αυτομάτως στην αποκάλυψη του υλικού. Αντίθετα, πρακτικά αποτελεσματική θεραπεία θα μπορούσε να δοθεί μόνο στο πλαίσιο έφεσης, όπου το Εφετείο έχει τη δυνατότητα να εκδώσει συγκεκριμένα διατάγματα. Με αυτά τα δεδομένα, το Ανώτατο κατέληξε ότι η αίτηση «δεν έχει περιθώρια επιτυχίας» και την απέρριψε. Διαβάστε επίσης: «Όχι» Ανωτάτου στον Αζέρο ύποπτο για κατασκοπεία - Το σκεπτικό

Go to News Site