Sigmalive
Η Κύπρος δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα απλό οικονομικό ερώτημα. Βρίσκεται μπροστά σε ένα πολιτικό δίλημμα: τι είδους ανάπτυξη θέλουμε, ποιοι την ελέγχουν και ποιοι τελικά ωφελούνται από αυτήν; Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια συζήτηση πανηγυρίζει τους ρυθμούς ανάπτυξης, τις επενδύσεις, τις κατασκευές και τα μεγάλα έργα. Όμως πίσω από τους θετικούς αριθμούς υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα: η μικρή επιχείρηση πιέζεται, ο αυτοεργοδοτούμενος αισθάνεται όλο και πιο ευάλωτος, ο νέος άνθρωπος δυσκολεύεται να πληρώσει ενοίκιο, η οικογενειακή επιχείρηση χάνει έδαφος και οι παραδοσιακοί εμπορικοί δρόμοι αδειάζουν σταδιακά ή γκετοποιούνται. Αναντίλεκτα, μια μικρή ανοικτή οικονομία, όπως η κυπριακή, χρειάζεται επενδύσεις, εξωστρέφεια, και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να έχουμε ανάπτυξη και ανοικτή οικονομία. Το ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη αυτή ωφελεί την κοινωνία, παράγει ή αν απλώς συγκεντρώνει πλούτο για τους λίγους. Η Κύπρος σήμερα υστερεί ως προς την πολιτική υπέρ της κοινωνικά ωφέλιμης παραγωγικής επιχειρηματικότητας. Χρειάζεται να στηρίξουμε εκείνον που παράγει, εργοδοτεί, καινοτομεί, κρατά ζωντανή τη γειτονιά, συντηρεί μια οικογένεια και δημιουργεί τοπική αξία. Προτού είναι αργά. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της οικονομίας. Είναι η ραχοκοκαλιά της απασχόλησης, της κοινωνικής κινητικότητας και της μεσαίας τάξης. Και γι’ αυτό η αποδυνάμωσή τους δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι κοινωνικό και δημοκρατικό πρόβλημα. Τα «χρυσά διαβατήρια» και η διαπλοκή γύρω από αυτά, δεν ήταν απλώς ένα σκάνδαλο που τραυμάτισε τη διεθνή εικόνα της χώρας. Αποκάλυψαν κάτι βαθύτερο: μια αναπτυξιακή νοοτροπία που συνέδεσε τη γη, την πολιτική πρόσβαση και το κεφάλαιο με τρόπο επικίνδυνο για τη δημοκρατική λογοδοσία. Η ακίνητη περιουσία μετατράπηκε σε κεντρικό μοχλό ανάπτυξης, όχι επειδή δημιουργεί πραγματική παραγωγικότητα, αλλά επειδή παράγει γρήγορες υπεραξίες, προσελκύει εύκολο χρήμα και συγκεντρώνει ισχύ. Το ίδιο ερώτημα τίθεται και για τα εμπορικά κέντρα. Τα οποία, σίγουρα, συνεισφέρουν στην οικονομία. Όταν όμως η ανάπτυξή τους γίνεται χωρίς σοβαρή πολεοδομική, κοινωνική και εμπορική αξιολόγηση, όταν απορροφούν την επισκεψιμότητα, όταν μετατρέπουν τους μικρούς επιχειρηματίες σε εξαρτημένους ενοικιαστές μεγάλων ιδιοκτησιακών σχημάτων, τότε δεν μιλούμε απλώς για αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών. Μιλούμε για μετατόπιση οικονομικής ισχύος. Ένας εμπορικός δρόμος δεν είναι μόνο χώρος αγορών. Είναι δημόσιος χώρος, κοινωνική συνάντηση, καθημερινή οικονομική δημοκρατία. Όταν ο εμπορικός δρόμος μαραζώνει, η πόλη δεν χάνει μόνο καταστήματα. Χάνει μνήμη, σχέση, μικρή ιδιοκτησία, κοινωνική συνοχή. Η Κύπρος δεν μπορεί και ούτε και πρέπει να απορρίψει τις ξένες επενδύσεις. Χρειάζεται, όμως, να διακρίνει ανάμεσα στην επένδυση που χτίζει τη χώρα και στην επένδυση που απλώς αντλεί πλεονεκτήματα από αυτήν. Η ξένη εταιρεία που φέρνει τεχνογνωσία, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, φορολογική συνεισφορά (αν γίνεται σωστά – που δεν γίνεται) και συνεργασία με τοπικές επιχειρήσεις είναι ευπρόσδεκτη. Η επένδυση, όμως, που αυξάνει τα ενοίκια, πιέζει τους μισθούς, χρησιμοποιεί τη χώρα ως φορολογική βάση και αφήνει πίσω της ελάχιστη κοινωνική αξία, πρέπει να αντιμετωπίζεται με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα. Στο επίκεντρο πρέπει να μπει ξανά η μεσαία τάξη. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως πραγματική πολιτική προτεραιότητα. Αυτό σημαίνει προσιτή στέγαση, δίκαιη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, προστασία των αυτοεργοδοτουμένων, διαφανείς δημόσιες συμβάσεις, περιορισμό της διαφθοράς, αναζωογόνηση των εμπορικών δρόμων και φορολογικό σύστημα που δεν επιβραβεύει περισσότερο την κερδοσκοπία επί της γης από την παραγωγική εργασία. Η Κύπρος δεν χρειάζεται ανάπτυξη με οποιοδήποτε κόστος. Χρειάζεται ανάπτυξη που προστατεύει τη μεσαία τάξη, στηρίζει τις μικρές επιχειρήσεις, δημιουργεί αξιοπρεπή εργασία και αποτρέπει την αιχμαλωσία της γης και της δημόσιας πολιτικής από συγκεντρωμένα συμφέροντα. Το δίλημμα είναι καθαρό. Από τη μια πλευρά υπάρχει ένα μοντέλο βασισμένο στην ανάπτυξη γης, στους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές για τον πλούτο, στην πολιτική πρόσβαση και στα παθητικά έσοδα για τους υπερπλουσίους. Από την άλλη υπάρχει ένα μοντέλο βασισμένο στην παραγωγή, στον δίκαιο ανταγωνισμό, στην κοινωνική προστασία, στην καινοτομία, στην τοπική ιδιοκτησία και στη δημοκρατική λογοδοσία. Η θέση μου είναι σαφής: η Κύπρος πρέπει να επιλέξει το δεύτερο. Η Κύπρος δεν μπορεί να χτίσει το μέλλον της πουλώντας γη, διαβατήρια/άδειες παραμονής και φορολογικά πλεονεκτήματα, προς όφελος των τρίτων και εις βάρος των κυπρίων, ενώ οι μικρές της επιχειρήσεις παλεύουν για επιβίωση και οι νέοι της δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν είναι ζήτημα νοσταλγίας. Είναι η ραχοκοκαλιά της απασχόλησης, το θεμέλιο της μεσαίας τάξης και ανάχωμα απέναντι στην ολιγαρχία. Θέλουμε ξένες επενδύσεις που να υπηρετούν τη χώρα. Όχι που εκτοπίζουν τους ανθρώπους της. Ανάπτυξη που δυναμώνει τις πόλεις, όχι που τις αδειάζει. Δημόσιες συμβάσεις που υπηρετούν τους πολίτες, όχι τους «από-μέσα». Στέγαση ως κοινωνικό δικαίωμα και οικονομικό θεμέλιο, όχι μόνο ως επενδυτικό προϊόν. * Ο Δρ. Στέλιος Πλατής είναι Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge
Go to News Site