iefimerida
Μέσα στον επόμενο μήνα θα ενεργοποιηθεί η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για χρέη ως τον Δεκέμβριο του 2023, αλλά η αγορά πιέζει για βελτίωση των όρων υπαγωγής, έτσι ώστε να μην “βαλτώσει”, όπως οι αντίστοιχες προηγούμενες. Αυτή τη φορά, το μέτρο σύγκρισης των αιτούμενων βελτιώσεων δεν είναι κάποια ιδεατή ρύθμιση 120 δόσεων , αλλά νομοθέτημα που προανήγγειλε η κυβέρνηση κι αναμένεται να πάρει σάρκα και οστά μέσα στο Μάιο: η ευνοϊκή ρύθμιση για τα καταναλωτικά δάνεια. Δύο στοιχεία είναι αυτά που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον της αγοράς: 1) το πλαφόν στο σύνολο της επιβάρυνσης και το 2) το ανάλογο “κούρεμα” προσαυξήσεων. Και το ερώτημα που τίθεται μοιάζει μάλλον εύλογο: γιατί όχι κάτι αντίστοιχο για τις ρυθμίσεις χρεών προς το Δημόσιο, οι οποίες επιβαρύνονται με αρκούντως “αλμυρό” επιτόκιο; Τι ζητά η αγορά Το σχετικό αίτημα προς τα συναρμόδια υπουργεία Οικονομικών- Εργασίας “ψηνόταν” από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκαν οι άξονες της υπό διαμόρφωση νομοθετικής παρέμβασης για τα καταναλωτικά δάνεια. Την αρχή έκανε η Πελοποννησιακή Ομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, αλλά ετοιμάζονται να στοιχηθούν πίσω από αυτήν την πρόταση, Επιμελητήρια και φορείς της αγοράς. «Ιδιαίτερα θετική είναι η κατεύθυνση περιορισμού της υπέρμετρης επιβάρυνσης στα καταναλωτικά δάνεια, μέσω θέσπισης ανώτατου ορίου στη συνολική αποπληρωμή σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο. Η αρχή αυτή εισάγει έναν κανόνα αναλογικότητας που προστατεύει τη βιωσιμότητα των οφειλετών. Ωστόσο, η ίδια αρχή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στη νέα ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο σε έως 72 δόσεις, γεγονός που δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την ισότιμη μεταχείριση», αναφέρει χαρακτηριστικά η επιστολή, με αποδέκτη τον Κ. Πιερρακάκη. Ιδού κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, πάνω στο οποίο βασίζεται το σχετικό αίτημα της Ομοσπονδίας: Αρχική οφειλή: 10.000€ Συσσωρευμένες προσαυξήσεις και τόκοι: 12.000€ Συνολική οφειλή προς ρύθμιση: 22.000€ Με την ένταξη στη ρύθμιση των 72 δόσεων και επιτόκιο 5,84%, το συνολικό ποσό αποπληρωμής δύναται να διαμορφωθεί σε επίπεδα που προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν τις 26.000€. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης καλείται να καταβάλει ποσό που υπερβαίνει το 160% του αρχικού κεφαλαίου, χωρίς να συνυπολογίζεται η ήδη πολυετής επιβάρυνση που έχει προηγηθεί. Κατά την Ομοσπονδία, η παραπάνω προσέγγιση: δεν θέτει όριο στη συνολική διόγκωση της οφειλής διατηρεί ακέραιο το σύνολο των προσαυξήσεων, ακόμη και όταν αυτές υπερβαίνουν το αρχικό κεφάλαιο επιβαρύνει περαιτέρω τη ρυθμιζόμενη οφειλή μέσω νέου επιτοκίου δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας για τους οφειλέτες και ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις, αλλά και περιορισμένη αποτελεσματικότητα της ίδιας της ρύθμισης ως εργαλείου είσπραξης. Ποιο είναι με λίγα λόγια το ζητούμενο; Η υιοθέτηση κοινών αρχών μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ιδίως ως προς τον περιορισμό της συνολικής επιβάρυνσης και ειδικότερα, η θέσπιση ανώτατου ορίου στη συνολική επιβάρυνση σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο, η απαλοιφή (“κούρεμα”) των προσαυξήσεων που έχουν οδηγήσει σε υπέρμετρη διόγκωση της οφειλής και η προσαρμογή του επιτοκίου σε επίπεδα που διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της ρύθμισης (όμοια με αυτά του εξωδικαστικού μηχανισμού). Οι 72 δόσεις Το υπουργείο Οικονομικών έχει απαντήσει κατ’ αρχάς στο γιατί ως χρονικό ορόσημο των υπό ρύθμιση οφειλών έχει τεθεί η 31η Δεκεμβρίου του 2023 και όχι του 2024 ή του 2025. Πρώτο επιχείρημα: πάνω από το 90% των οφειλών έχουν δημιουργηθεί την περίοδο της κρίσης, από το 2024 και μετά επήλθε μια κανονικότητα, άρα, οι νέες οφειλές θα πρέπει να ρυθμίζονται με την πάγια ρύθμιση των 24- 48 δόσεων. Δεύτερο επιχείρημα: το δημόσιο εισπράττει 3,2 δισ. οφειλές από την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Αυτή, αν έσπαγε και γινόταν 72 θα χάνονται περί τα 2,5 δισ. τον χρόνο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων. Η ρύθμιση των 72 δόσεων αφορά παλαιές, αρρύθμιστες οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως 31/12/2023. Προϋποθέτει την τακτοποίηση τυχόν νεότερων χρεών, γεγονός που σημαίνει ότι για να ενταχθεί κάποιος οφειλέτης θα πρέπει είτε να έχει αποπληρώσει οφειλές που δημιουργήθηκαν από 1η Ιανουαρίου 2024 έως σήμερα είτε να τις έχει ήδη ρυθμίσει μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24–48 δόσεων. Αποτρεπτικός παράγοντας για τη συγκεκριμένη ρύθμιση είναι το επιτόκιο που επιβαρύνει το υπόλοιπο της οφειλής και ανέρχεται σε 5,84%. Η νέα ρύθμιση θα «κουμπώσει» με τη δυνατότητα άρσης κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού, εφόσον εξοφληθεί το 25% της οφειλής και ρυθμιστεί το υπόλοιπο ποσό. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Μέσα στον επόμενο μήνα θα ενεργοποιηθεί η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για χρέη ως τον Δεκέμβριο του 2023, αλλά η αγορά πιέζει για βελτίωση των όρων υπαγωγής, έτσι ώστε να μην “βαλτώσει”, όπως οι αντίστοιχες προηγούμενες. Αυτή τη φορά, το μέτρο σύγκρισης των αιτούμενων βελτιώσεων δεν είναι κάποια ιδεατή ρύθμιση 120 δόσεων , αλλά νομοθέτημα που προανήγγειλε η κυβέρνηση κι αναμένεται να πάρει σάρκα και οστά μέσα στο Μάιο: η ευνοϊκή ρύθμιση για τα καταναλωτικά δάνεια. Δύο στοιχεία είναι αυτά που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον της αγοράς: 1) το πλαφόν στο σύνολο της επιβάρυνσης και το 2) το ανάλογο “κούρεμα” προσαυξήσεων. Και το ερώτημα που τίθεται μοιάζει μάλλον εύλογο: γιατί όχι κάτι αντίστοιχο για τις ρυθμίσεις χρεών προς το Δημόσιο, οι οποίες επιβαρύνονται με αρκούντως “αλμυρό” επιτόκιο; Τι ζητά η αγορά Το σχετικό αίτημα προς τα συναρμόδια υπουργεία Οικονομικών- Εργασίας “ψηνόταν” από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκαν οι άξονες της υπό διαμόρφωση νομοθετικής παρέμβασης για τα καταναλωτικά δάνεια. Την αρχή έκανε η Πελοποννησιακή Ομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, αλλά ετοιμάζονται να στοιχηθούν πίσω από αυτήν την πρόταση, Επιμελητήρια και φορείς της αγοράς. «Ιδιαίτερα θετική είναι η κατεύθυνση περιορισμού της υπέρμετρης επιβάρυνσης στα καταναλωτικά δάνεια, μέσω θέσπισης ανώτατου ορίου στη συνολική αποπληρωμή σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο. Η αρχή αυτή εισάγει έναν κανόνα αναλογικότητας που προστατεύει τη βιωσιμότητα των οφειλετών. Ωστόσο, η ίδια αρχή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στη νέα ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο σε έως 72 δόσεις, γεγονός που δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την ισότιμη μεταχείριση», αναφέρει χαρακτηριστικά η επιστολή, με αποδέκτη τον Κ. Πιερρακάκη. Ιδού κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, πάνω στο οποίο βασίζεται το σχετικό αίτημα της Ομοσπονδίας: Αρχική οφειλή: 10.000€ Συσσωρευμένες προσαυξήσεις και τόκοι: 12.000€ Συνολική οφειλή προς ρύθμιση: 22.000€ Με την ένταξη στη ρύθμιση των 72 δόσεων και επιτόκιο 5,84%, το συνολικό ποσό αποπληρωμής δύναται να διαμορφωθεί σε επίπεδα που προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν τις 26.000€. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης καλείται να καταβάλει ποσό που υπερβαίνει το 160% του αρχικού κεφαλαίου, χωρίς να συνυπολογίζεται η ήδη πολυετής επιβάρυνση που έχει προηγηθεί. Κατά την Ομοσπονδία, η παραπάνω προσέγγιση: δεν θέτει όριο στη συνολική διόγκωση της οφειλής διατηρεί ακέραιο το σύνολο των προσαυξήσεων, ακόμη και όταν αυτές υπερβαίνουν το αρχικό κεφάλαιο επιβαρύνει περαιτέρω τη ρυθμιζόμενη οφειλή μέσω νέου επιτοκίου δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας για τους οφειλέτες και ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις, αλλά και περιορισμένη αποτελεσματικότητα της ίδιας της ρύθμισης ως εργαλείου είσπραξης. Ποιο είναι με λίγα λόγια το ζητούμενο; Η υιοθέτηση κοινών αρχών μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ιδίως ως προς τον περιορισμό της συνολικής επιβάρυνσης και ειδικότερα, η θέσπιση ανώτατου ορίου στη συνολική επιβάρυνση σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο, η απαλοιφή (“κούρεμα”) των προσαυξήσεων που έχουν οδηγήσει σε υπέρμετρη διόγκωση της οφειλής και η προσαρμογή του επιτοκίου σε επίπεδα που διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της ρύθμισης (όμοια με αυτά του εξωδικαστικού μηχανισμού). Οι 72 δόσεις Το υπουργείο Οικονομικών έχει απαντήσει κατ’ αρχάς στο γιατί ως χρονικό ορόσημο των υπό ρύθμιση οφειλών έχει τεθεί η 31η Δεκεμβρίου του 2023 και όχι του 2024 ή του 2025. Πρώτο επιχείρημα: πάνω από το 90% των οφειλών έχουν δημιουργηθεί την περίοδο της κρίσης, από το 2024 και μετά επήλθε μια κανονικότητα, άρα, οι νέες οφειλές θα πρέπει να ρυθμίζονται με την πάγια ρύθμιση των 24- 48 δόσεων. Δεύτερο επιχείρημα: το δημόσιο εισπράττει 3,2 δισ. οφειλές από την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Αυτή, αν έσπαγε και γινόταν 72 θα χάνονται περί τα 2,5 δισ. τον χρόνο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων. Η ρύθμιση των 72 δόσεων αφορά παλαιές, αρρύθμιστες οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως 31/12/2023. Προϋποθέτει την τακτοποίηση τυχόν νεότερων χρεών, γεγονός που σημαίνει ότι για να ενταχθεί κάποιος οφειλέτης θα πρέπει είτε να έχει αποπληρώσει οφειλές που δημιουργήθηκαν από 1η Ιανουαρίου 2024 έως σήμερα είτε να τις έχει ήδη ρυθμίσει μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24–48 δόσεων. Αποτρεπτικός παράγοντας για τη συγκεκριμένη ρύθμιση είναι το επιτόκιο που επιβαρύνει το υπόλοιπο της οφειλής και ανέρχεται σε 5,84%. Η νέα ρύθμιση θα «κουμπώσει» με τη δυνατότητα άρσης κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού, εφόσον εξοφληθεί το 25% της οφειλής και ρυθμιστεί το υπόλοιπο ποσό. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site