Collector
Η συνάντηση Τραμπ με Σι που μπορεί να κρίνει την επόμενη φάση της αμερικανοκινεζικής σύγκρουσης-Περιορισμένες οι προσδοκίες | Collector
Η συνάντηση Τραμπ με Σι που μπορεί να κρίνει την επόμενη φάση της αμερικανοκινεζικής σύγκρουσης-Περιορισμένες οι προσδοκίες
Reporter

Η συνάντηση Τραμπ με Σι που μπορεί να κρίνει την επόμενη φάση της αμερικανοκινεζικής σύγκρουσης-Περιορισμένες οι προσδοκίες

Η νέα συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο δεν είναι απλώς ακόμη ένας σταθμός στον μακρύ κύκλο της αμερικανοκινεζικής αντιπαράθεσης. Πρόκειται δεδομένα για ένα κρίσιμο τεστ ισχύος, αντοχής και ψυχραιμίας για τις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη, σε μια στιγμή που σχεδόν όλα τα κρίσιμα μέτωπα της διεθνούς πολιτικής τέμνονται στο ίδιο σημείο: στον ανταγωνισμό Ουάσινγκτον - Πεκίνου. Ο Αμερικανός πρόεδρος και ο Κινέζος ηγέτης αναμένεται να συναντηθούν τις επόμενες ημέρες, 14 και 15 Μαΐου, στην κινεζική πρωτεύουσα, σε μια διήμερη σύνοδο με χαμηλές επίσημες προσδοκίες, αλλά υψηλό πραγματικό βάρος. Στο τραπέζι θα βρεθούν ο πόλεμος με το Ιράν, το εμπόριο, η Ταϊβάν, οι περιορισμοί στην τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη, η Νότια Σινική Θάλασσα και το ζήτημα της φαιντανύλης. Η ατζέντα μοιάζει σχεδόν αχανής. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα περιστρέφονται γύρω από ένα ερώτημα: μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα να κρατήσουν ανοιχτό έναν δίαυλο συνεννόησης, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζονται για έναν μακρύ ανταγωνισμό χωρίς επιστροφή; Η εύθραυστη ανάπαυλα μετά την εμπορική σύγκρουση Η τελευταία συνάντηση Τραμπ - Σι έγινε τον περασμένο Οκτώβριο στη Νότια Κορέα. Τότε οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε μια προσωρινή αποκλιμάκωση του εμπορικού πολέμου, ο οποίος είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα. Η Ουάσινγκτον είχε επιβάλει δασμούς τριψήφιου ύψους σε κινεζικά προϊόντα, ενώ το Πεκίνο είχε απειλήσει να περιορίσει την παγκόσμια τροφοδοσία με σπάνιες γαίες - ένα από τα πιο ισχυρά όπλα που διαθέτει η Κίνα στην παγκόσμια βιομηχανική αλυσίδα. Η ανακωχή εκείνη δεν έλυσε κανένα από τα βαθύτερα προβλήματα. Απλώς πάγωσε προσωρινά την κρίση. Η συνάντηση στο Πεκίνο θα δείξει αν αυτή η δύσκολη ισορροπία μπορεί να παραταθεί ή αν οι δύο πλευρές επιστρέφουν σε μια νέα φάση οικονομικής σύγκρουσης. Η Ουάσινγκτον προσέρχεται με τη λογική των λεγόμενων «πέντε Β»: Boeing, beef, soybeans, board of investment και board of trade. Με απλά λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν περισσότερες κινεζικές αγορές αμερικανικών αεροσκαφών, βοδινού και σόγιας, αλλά και τη δημιουργία δύο μηχανισμών που θα ορίζουν ασφαλείς ζώνες οικονομικής συνεργασίας, μακριά από τα θέματα εθνικής ασφάλειας. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, προσέρχεται με τα δικά του «τρία Τ»: tariffs, technology, Taiwan. Δηλαδή δασμοί, τεχνολογία, Ταϊβάν. Για την Κίνα, αυτά είναι τα τρία πεδία στα οποία θα κριθεί αν η συνάντηση μπορεί να αποφέρει κάτι περισσότερο από φωτογραφίες και δηλώσεις καλής πρόθεσης. Το Ιράν ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Πεκίνο Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη συνάντηση είναι ο πόλεμος με το Ιράν. Ο Τραμπ φτάνει στο Πεκίνο έχοντας εμπλακεί σε μια πολεμική σύγκρουση με τον πιο στενό εταίρο της Κίνας στη Μέση Ανατολή. Η κρίση έχει ήδη προκαλέσει ενεργειακό σοκ, έχει οδηγήσει σε εκτροπή αμερικανικών στρατιωτικών πόρων από την Ασία και έχει ανοίξει ερωτήματα για τα πραγματικά όρια της αμερικανικής ισχύος. Για το Πεκίνο, ο πόλεμος στο Ιράν είναι ταυτόχρονα πρόβλημα και ευκαιρία. Πρόβλημα, επειδή η Κίνα εξαρτάται από την ενεργειακή σταθερότητα του Κόλπου και δεν έχει συμφέρον να βλέπει τα Στενά του Ορμούζ να μετατρέπονται σε μόνιμη εστία παγκόσμιας αναταραχής. Ευκαιρία, επειδή η αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή αποσπά προσοχή, πυρομαχικά και στρατηγική ενέργεια από τον Ινδο-Ειρηνικό. Αυτό είναι ίσως το πιο ευαίσθητο σημείο της συνάντησης. Ο Τραμπ αναμένεται να ζητήσει από τον Σι να πιέσει την Τεχεράνη για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η Κίνα, όμως, δεν δείχνει διατεθειμένη να αναλάβει το πολιτικό κόστος επίλυσης ενός πολέμου που θεωρεί αμερικανικό πρόβλημα. Πιέζει το Ιράν να διαπραγματευτεί, αλλά δεν εγκαταλείπει τη θέση ότι η Τεχεράνη έχει «νόμιμο δικαίωμα» στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Με άλλα λόγια, το Πεκίνο θέλει αποκλιμάκωση, αλλά όχι με όρους αμερικανικής νίκης. Η Ταϊβάν και το ερώτημα της αμερικανικής αξιοπιστίας Η Ταϊβάν θα είναι το πιο βαρύ στρατηγικό θέμα της συνάντησης, ακόμη κι αν δεν καταλάβει τον περισσότερο χρόνο στις δημόσιες δηλώσεις. Για τον Σι, το ζήτημα δεν είναι διπλωματικό. Είναι υπαρξιακό για το εθνικό αφήγημα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Κινέζος ηγέτης έχει ήδη διαμηνύσει στον Τραμπ ότι η Κίνα «δεν θα επιτρέψει ποτέ» τον διαχωρισμό της Ταϊβάν από την κινεζική επικράτεια. Το Πεκίνο θα πιέσει για περιορισμό της αμερικανικής στήριξης προς την αυτοδιοικούμενη νήσο, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον δείχνει στρατιωτικά καταπονημένη από το μέτωπο του Ιράν. Αυτό είναι το σημείο που παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή οι Κινέζοι αναλυτές. Η χρήση μεγάλου αριθμού αμερικανικών πυρομαχικών στη Μέση Ανατολή, η μετακίνηση μέσων από άλλα θέατρα επιχειρήσεων και η συνολική πίεση στην αμερικανική πολεμική μηχανή δημιουργούν στο Πεκίνο ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο γρήγορα και πόσο αποτελεσματικά θα μπορούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, εάν ξεσπούσε κρίση στην Ασία; Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι αυτό το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ο πυρήνας της αποτροπής. Τεχνολογία, ημιαγωγοί και τεχνητή νοημοσύνη Το δεύτερο μεγάλο πεδίο σύγκρουσης είναι η τεχνολογία. Η Κίνα θα ζητήσει χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών, τους οποίους χρειάζεται για να αναβαθμίσει τη βιομηχανική της βάση και να επιταχύνει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, οι ημιαγωγοί δεν είναι απλώς εμπορικό προϊόν. Είναι στρατηγική υποδομή. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να τροφοδοτήσει την κινεζική άνοδο σε τομείς που συνδέονται με στρατιωτικές εφαρμογές, συστήματα επιτήρησης, κυβερνοδυνατότητες και τεχνητή νοημοσύνη. Οι δύο πλευρές αναμένεται να συζητήσουν και τη διαχείριση κινδύνων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι ένα από τα λίγα πεδία όπου μπορεί να υπάρξει περιορισμένη συνεννόηση. Όχι επειδή υπάρχει εμπιστοσύνη, αλλά επειδή και οι δύο αντιλαμβάνονται ότι η ανεξέλεγκτη τεχνολογική κλιμάκωση μπορεί να παράξει κινδύνους που δεν ελέγχονται εύκολα ούτε από την Ουάσιγκτον ούτε από το Πεκίνο. Ο Τραμπ θέλει εικόνα επιτυχίας - Ο Σι θέλει χρόνο Ο Τραμπ έχει επενδύσει πολιτικά στη σχέση του με τον Σι. Τον αποκαλεί «φίλο» και επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο μόνος Αμερικανός ηγέτης που μπορεί να πιέζει την Κίνα χωρίς να χάνει τον δίαυλο με την ηγεσία της. Γι’ αυτό και θα ήθελε μια ανακοίνωση για αύξηση κινεζικών επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες ή για νέες αγορές αμερικανικών προϊόντων. Ο Σι έχει διαφορετική ανάγκη. Θέλει χρόνο. Η κινεζική οικονομία κινείται με χαμηλότερους ρυθμούς, το κόστος ενέργειας πιέζει, και μια παγκόσμια ύφεση θα έπληττε τον εξαγωγικό μηχανισμό της Κίνας. Ο Κινέζος ηγέτης δεν χρειάζεται μια μεγάλη συμφωνία όσο χρειάζεται μια ελεγχόμενη παράταση της ηρεμίας. Αυτό εξηγεί γιατί οι πιθανότερες αποφάσεις δεν θα είναι εντυπωσιακές. Μια παράταση της εμπορικής ανακωχής. Κάποιες συμφωνίες σε επενδύσεις. Ενδεχομένως ένας μηχανισμός συνέχισης των επαφών. Ίσως μια κοινή γλώσσα για την τεχνητή νοημοσύνη ή για την ανάγκη σταθερότητας στις αγορές ενέργειας. Δεν θα είναι λίγο. Αλλά δεν θα είναι και λύση. Τι μπορεί να πάει στραβά Το Ιράν είναι το πρώτο και πιο άμεσο ρίσκο. Ο Σι έχει ήδη επικρίνει εμμέσως την αμερικανική πολιτική, μιλώντας για επιστροφή στον «νόμο της ζούγκλας». Το Πεκίνο δεν θέλει να φανεί ότι συντάσσεται με την Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη. Ο Τραμπ, από την άλλη, δεν θέλει να εμφανιστεί στο Πεκίνο ως πρόεδρος που ζητά βοήθεια από τον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Το δεύτερο ρίσκο είναι η οικονομική αντιπαράθεση. Οι δύο χώρες έχουν ενισχύσει τα εργαλεία οικονομικού πολέμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν δασμούς, κυρώσεις και ελέγχους εξαγωγών. Η Κίνα απαντά με περιορισμούς συμμόρφωσης, έρευνες κατά ξένων εταιρειών και απειλές γύρω από κρίσιμες πρώτες ύλες. Το τρίτο ρίσκο είναι η Ταϊβάν. Ακόμη και μια διατύπωση που θα θεωρηθεί υποχώρηση ή υπερβολική πίεση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στην Ασία, στην Ουάσιγκτον και στο ίδιο το Πεκίνο. Η πραγματική σημασία της συνάντησης Η συνάντηση Τραμπ - Σι δύσκολα θα λύσει τα μεγάλα ανοιχτά μέτωπα. Δεν θα τερματίσει τον εμπορικό ανταγωνισμό. Δεν θα κλείσει το θέμα της Ταϊβάν. Δεν θα μετατρέψει την Κίνα σε μεσολαβητή της Ουάσιγκτον στο Ιράν. Δεν θα αναιρέσει τη βαθιά δυσπιστία που έχει εγκατασταθεί και στις δύο πλευρές. Μπορεί όμως να κάνει κάτι πιο ρεαλιστικό: να αγοράσει χρόνο. Και αυτή τη στιγμή, ο χρόνος έχει αξία και για τους δύο. Ο Τραμπ χρειάζεται να δείξει ότι μπορεί να ελέγξει ταυτόχρονα έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μια ενεργειακή κρίση και τη στρατηγική αντιπαράθεση με την Κίνα. Ο Σι χρειάζεται να περάσει μέσα από μια δύσκολη οικονομική φάση χωρίς να οδηγηθεί σε μετωπική ρήξη με τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Η σύνοδος του Πεκίνου, λοιπόν, δεν θα κριθεί μόνο από το αν υπάρξει συμφωνία. Θα κριθεί από το αν οι δύο ηγέτες καταφέρουν να κρατήσουν τη σύγκρουση εντός ορίων σε έναν κόσμο όπου τα μέτωπα συνδέονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Πηγή: Πρώτο Θέμα

Go to News Site