iefimerida
Ο άνθρωπος πίσω από τα “Like a Prayer” και “La Isla Bonita” της Μαντόνα κοιτάζει πίσω σε μια καριέρα που τον έφερε δίπλα σε θρύλους όπως ο Έλτον Τζον. Ο Πάτρικ Λέοναρντ έχει γράψει και παράγει μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια στην ιστορία της pop μουσικής, όμως η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά άνθρωπος της pop. «Πώς να το πω χωρίς να ακουστώ μαλ...ας;» λέει γελώντας από το σπίτι του στο Λος Άντζελες. «Ήταν βάρος για μένα, γιατί δεν έχω πατήσει ποτέ σε dance club στη ζωή μου, κι όμως έχω γράψει μερικά από τα μεγαλύτερα dance τραγούδια όλων των εποχών». Κοιτώντας πίσω σε μια καριέρα πέντε δεκαετιών Στα 70 του σήμερα, ο άνθρωπος πίσω από κομμάτια όπως τα “Like a Prayer”, “Live to Tell”, “Oh Father” και “La Isla Bonita” κοιτάζει πίσω σε μια καριέρα πέντε δεκαετιών που τον έφερε δίπλα σε θρύλους όπως η Μαντόνα, ο Λέοναρντ Κοέν, ο Ρότζερ Γουότερς, ο Ντέιβιντ Γκίλμορ, ο Έλτον Τζον και ο Μάικλ Τζάκσον. Παρότι το όνομά του είναι άρρηκτα δεμένο με τη «βασίλισσα της pop», ο ίδιος μεγάλωσε με τελείως διαφορετικά μουσικά όνειρα. Γεννημένος στη μεσοδυτική Αμερική, ανάμεσα στο Μίσιγκαν και το Σικάγο, προερχόταν από μουσική οικογένεια και είχε εμμονή με το πιάνο ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Τα είδωλά του δεν ήταν οι pop σταρ, αλλά οι βρετανικές progressive rock μπάντες της δεκαετίας του ’70: οι Jethro Tull, οι Genesis και οι Gentle Giant. «Δεν ήθελα ποτέ να γίνω Κουίνσι Τζόουνς. Ήθελα να γίνω ο Κιθ Έμερσον», λέει σήμερα, αναφερόμενος στον θρυλικό keyboardίστα των Emerson, Lake & Palmer. Η εφηβεία του μοιάζει βγαλμένη από αμερικανικό rock μυθιστόρημα. Η μεγαλύτερη αδελφή του, η χίπισσα Μέρι, τον πήγε το 1968 στις ταραχές του Grant Park στο Σικάγο όταν εκείνος ήταν μόλις εννέα ετών, μόνο και μόνο για να δει τον Sly Stone. Μέχρι τα δέκα του, άκουγε Roxy Music, Pink Floyd και Rod Stewart καπνίζοντας μαριχουάνα στα δωμάτια φίλων του. Η γνωριμία του με τη Μαντόνα Κι όμως, αυτός ο νεαρός που ονειρευόταν να ζήσει μέσα σε σύννεφα progressive rock κατέληξε να διαμορφώσει τον ήχο της πιο ισχυρής γυναίκας της pop μουσικής. Η γνωριμία του με τη Μαντόνα ήρθε το 1985, όταν εκείνη αναζητούσε μουσικό διευθυντή για την πρώτη της μεγάλη περιοδεία, το Virgin Tour. Ο Λέοναρντ είχε ήδη αποκτήσει φήμη στη βιομηχανία χάρη στη δουλειά του με τους Jacksons στην ιστορική περιοδεία Victory Tour. Αρχικά αρνήθηκε τη συνεργασία. «Γύρισα στο Λος Άντζελες μετά την περιοδεία των Jacksons και δεχόμουν προτάσεις για πράγματα που δεν ήθελα να κάνω. Αυτό που ήθελα πραγματικά ήταν να φτιάχνω δίσκους», θυμάται. Όταν όμως η ίδια η Μαντόνα τον πήρε τηλέφωνο, τα πράγματα άλλαξαν. «Μου είπε: “Δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο. Εσύ είσαι υπεύθυνος. Δεν θα διαφωνήσω σε τίποτα”. Και της απάντησα: “ΟΚ”». Η συνεργασία τους εξελίχθηκε γρήγορα σε μία από τις πιο επιδραστικές μουσικές συμπράξεις των 80s. Ο Λέοναρντ βρέθηκε πίσω από τη λεγόμενη “imperial phase” της Μαντόνα: τα άλμπουμ “True Blue”, “Who’s That Girl”, “Like a Prayer” και “I’m Breathless”. Δίσκοι που όχι μόνο κυριάρχησαν στα charts αλλά καθόρισαν αισθητικά και ηχητικά ολόκληρη τη δεκαετία. Ποτέ δεν υπήρξαν φίλοι Παρά τη χημεία τους στο στούντιο, ο ίδιος επιμένει ότι ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικά φίλοι. «Τα πηγαίναμε καλά και δουλεύαμε καλά μαζί, αλλά δεν κοινωνικοποιούμασταν», λέει. Η Μαντόνα επισκεπτόταν σπάνια το σπίτι του και η σχέση τους περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη μουσική. «Δεν υπήρχε “πάμε για φαγητό” ή “κάνουμε πάρτι”. Ήμουν στον γάμο της με τον Σον Πεν, αλλά ήταν κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος εκεί». Η απόσταση ανάμεσά τους έγινε μεγαλύτερη με τα χρόνια. Ο Λέοναρντ αποκαλύπτει ότι δεν έχουν μιλήσει «εδώ και δεκαετίες». Όταν η Μαντόνα αποφάσισε στα τέλη των '90s να αλλάξει κατεύθυνση και να συνεργαστεί με τον William Orbit στο “Ray of Light”, του το ανακοίνωσε μέσω email. «Ελπίζω να μην προσβληθείς», του έγραψε, εξηγώντας ότι ήθελε έναν πιο ηλεκτρονικό ήχο. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν δίσκο της» Κι όμως, παρά την απόσταση, ο Λέοναρντ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ξαναδουλέψουν μαζί. «Αν με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε “θέλεις να γράψουμε ένα τραγούδι;”, θα έλεγα “ναι, πάμε”». Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι σχεδόν σοκαριστικό στον τρόπο που μιλά για τη μουσική της. Όταν ερωτάται αν έχει ακούσει το νέο τραγούδι της Μαντόνα με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ, κάνει παύση και απαντά: «Δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν δίσκο της. Και το λέω κυριολεκτικά. Δεν ακούω νέα μουσική εδώ και σχεδόν 30 χρόνια». Η προσωπικότητα του Λέοναρντ είναι γεμάτη αντιφάσεις. Βωμολόχος, καυστικός, εξαιρετικά ευφυής, μοιάζει ταυτόχρονα περήφανος και κουρασμένος από τη μυθολογία που έχει χτιστεί γύρω από το όνομά του. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα όταν η συζήτηση φτάνει στο “Like a Prayer”, ίσως το πιο αμφιλεγόμενο τραγούδι της καριέρας του. Το τραγούδι του 1989 προκάλεσε παγκόσμιο σοκ κυρίως λόγω του videoclip, όπου η Μαντόνα φιλά έναν μαύρο άγιο μέσα σε εκκλησία, ενώ γύρω της καίγονται σταυροί της Κου Κλουξ Κλαν. Το Βατικανό καταδίκασε δημόσια το βίντεο, ενώ η Pepsi ακύρωσε χορηγική συμφωνία εκατομμυρίων δολαρίων με τη τραγουδίστρια. «Ήταν απαραίτητο να εξοργίσεις όλο τον κόσμο;» Ο Λέοναρντ, μεγαλωμένος σε καθολική οικογένεια, θυμάται τη στιγμή που ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ απαγόρευσε ουσιαστικά το τραγούδι. «Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: “Η γιαγιά σου κλαίει επειδή ο Πάπας απαγόρευσε το τραγούδι σου”». Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί μέχρι σήμερα ότι η πρόκληση ήταν υπερβολική. «Θα την κοιτούσα στα μάτια και θα της έλεγα: “Ήταν πραγματικά απαραίτητο να εξοργίσεις όλο τον κόσμο με αυτό το βίντεο;”». Και συμπληρώνει: «Το τραγούδι λειτουργεί ακόμα και χωρίς να προκαλεί κανέναν. Δεν ήταν η οργή του Πάπα που το έκανε διαχρονικό». Για εκείνον, η πραγματική δύναμη του “Like a Prayer” βρίσκεται αλλού: στη σύνθεση, στα φωνητικά και στην αναλογική ηχογράφηση που χάρισε στο κομμάτι μια σχεδόν μυστικιστική ζωντάνια. «Αν βάλεις το “Like a Prayer” σε ένα καλό στερεοφωνικό και καθίσεις μπροστά στα ηχεία, προσπάθησε να βρεις κάτι καλύτερο. Καλή τύχη», λέει με χαρακτηριστική αλαζονεία. «Θα πάλευα ακόμα και με τον Hulk Hogan αν έλεγε ότι δεν είναι καλό τραγούδι». Κι όμως, όσο σημαντική κι αν υπήρξε η συνεργασία του με τη Μαντόνα, ο ίδιος φαίνεται πιο συγκινημένος όταν μιλά για τον Λέοναρντ Κοέν. Η γνωριμία τους έγινε μέσω του γιου του Κοέν, Άνταμ, και κατέληξε σε μια επταετή δημιουργική σχέση που γέννησε τα τρία τελευταία άλμπουμ του μεγάλου τραγουδοποιού: “Old Ideas”, “Popular Problems” και “You Want It Darker”. «Ήταν η μεγαλύτερη συνεργατική εμπειρία της ζωής μου», λέει χωρίς δισταγμό. «Καθόμασταν μέρα με τη μέρα και απλώς φτιάχναμε πράγματα. Δεν υπήρξε ποτέ άλλος σαν τον Λέοναρντ Κοέν». Όταν ο Κοέν πέθανε το 2016, ο Λέοναρντ ένιωσε πως είχε κλείσει ο κύκλος των μεγάλων συνεργασιών του. «Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο Κοέν ήταν το τελευταίο σπίτι στον δρόμο για μένα», λέει χαρακτηριστικά. Άλλη μία καθοριστική στιγμή της καριέρας του ήταν η συνεργασία με τον Ρότζερ Γουότερς των Pink Floyd. Ως φανατικός θαυμαστής της μπάντας από παιδί, η γνωριμία μαζί του έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. «Ξαφνικά υπήρχε μια τεράστια παρουσία των Pink Floyd στη ζωή μου», θυμάται. Οι δυο τους δούλεψαν σχεδόν δύο χρόνια πάνω στο “Amused to Death”, έναν δίσκο που ο Λέοναρντ θεωρεί από τις κορυφαίες δουλειές της ζωής του. Στο τέλος της συζήτησης, ο άνθρωπος που βοήθησε να γραφτεί η ιστορία της pop μοιάζει σχεδόν μελαγχολικός. Αναρωτιέται πώς θα τον θυμάται τελικά ο κόσμος. «Μακάρι κάπου στη διαδρομή να υπήρχε κάτι που να ισορροπούσε λίγο όλη αυτή την pop πλευρά, ώστε να μπορώ να είμαι περισσότερο ο εαυτός μου», λέει. Αλλά για εκατομμύρια ανθρώπους που έζησαν τη ζωή τους μέσα από τραγούδια όπως το “Like a Prayer” ή το “Live to Tell”, ο Πάτρικ Λέοναρντ έχει ήδη εξασφαλίσει μια θέση στο πάνθεον της σύγχρονης μουσικής. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Ο άνθρωπος πίσω από τα “Like a Prayer” και “La Isla Bonita” της Μαντόνα κοιτάζει πίσω σε μια καριέρα που τον έφερε δίπλα σε θρύλους όπως ο Έλτον Τζον. Ο Πάτρικ Λέοναρντ έχει γράψει και παράγει μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια στην ιστορία της pop μουσικής, όμως η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά άνθρωπος της pop. «Πώς να το πω χωρίς να ακουστώ μαλ...ας;» λέει γελώντας από το σπίτι του στο Λος Άντζελες. «Ήταν βάρος για μένα, γιατί δεν έχω πατήσει ποτέ σε dance club στη ζωή μου, κι όμως έχω γράψει μερικά από τα μεγαλύτερα dance τραγούδια όλων των εποχών». Κοιτώντας πίσω σε μια καριέρα πέντε δεκαετιών Στα 70 του σήμερα, ο άνθρωπος πίσω από κομμάτια όπως τα “Like a Prayer”, “Live to Tell”, “Oh Father” και “La Isla Bonita” κοιτάζει πίσω σε μια καριέρα πέντε δεκαετιών που τον έφερε δίπλα σε θρύλους όπως η Μαντόνα, ο Λέοναρντ Κοέν, ο Ρότζερ Γουότερς, ο Ντέιβιντ Γκίλμορ, ο Έλτον Τζον και ο Μάικλ Τζάκσον. Παρότι το όνομά του είναι άρρηκτα δεμένο με τη «βασίλισσα της pop», ο ίδιος μεγάλωσε με τελείως διαφορετικά μουσικά όνειρα. Γεννημένος στη μεσοδυτική Αμερική, ανάμεσα στο Μίσιγκαν και το Σικάγο, προερχόταν από μουσική οικογένεια και είχε εμμονή με το πιάνο ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Τα είδωλά του δεν ήταν οι pop σταρ, αλλά οι βρετανικές progressive rock μπάντες της δεκαετίας του ’70: οι Jethro Tull, οι Genesis και οι Gentle Giant. «Δεν ήθελα ποτέ να γίνω Κουίνσι Τζόουνς. Ήθελα να γίνω ο Κιθ Έμερσον», λέει σήμερα, αναφερόμενος στον θρυλικό keyboardίστα των Emerson, Lake & Palmer. Η εφηβεία του μοιάζει βγαλμένη από αμερικανικό rock μυθιστόρημα. Η μεγαλύτερη αδελφή του, η χίπισσα Μέρι, τον πήγε το 1968 στις ταραχές του Grant Park στο Σικάγο όταν εκείνος ήταν μόλις εννέα ετών, μόνο και μόνο για να δει τον Sly Stone. Μέχρι τα δέκα του, άκουγε Roxy Music, Pink Floyd και Rod Stewart καπνίζοντας μαριχουάνα στα δωμάτια φίλων του. Η γνωριμία του με τη Μαντόνα Κι όμως, αυτός ο νεαρός που ονειρευόταν να ζήσει μέσα σε σύννεφα progressive rock κατέληξε να διαμορφώσει τον ήχο της πιο ισχυρής γυναίκας της pop μουσικής. Η γνωριμία του με τη Μαντόνα ήρθε το 1985, όταν εκείνη αναζητούσε μουσικό διευθυντή για την πρώτη της μεγάλη περιοδεία, το Virgin Tour. Ο Λέοναρντ είχε ήδη αποκτήσει φήμη στη βιομηχανία χάρη στη δουλειά του με τους Jacksons στην ιστορική περιοδεία Victory Tour. Αρχικά αρνήθηκε τη συνεργασία. «Γύρισα στο Λος Άντζελες μετά την περιοδεία των Jacksons και δεχόμουν προτάσεις για πράγματα που δεν ήθελα να κάνω. Αυτό που ήθελα πραγματικά ήταν να φτιάχνω δίσκους», θυμάται. Όταν όμως η ίδια η Μαντόνα τον πήρε τηλέφωνο, τα πράγματα άλλαξαν. «Μου είπε: “Δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο. Εσύ είσαι υπεύθυνος. Δεν θα διαφωνήσω σε τίποτα”. Και της απάντησα: “ΟΚ”». Η συνεργασία τους εξελίχθηκε γρήγορα σε μία από τις πιο επιδραστικές μουσικές συμπράξεις των 80s. Ο Λέοναρντ βρέθηκε πίσω από τη λεγόμενη “imperial phase” της Μαντόνα: τα άλμπουμ “True Blue”, “Who’s That Girl”, “Like a Prayer” και “I’m Breathless”. Δίσκοι που όχι μόνο κυριάρχησαν στα charts αλλά καθόρισαν αισθητικά και ηχητικά ολόκληρη τη δεκαετία. Ποτέ δεν υπήρξαν φίλοι Παρά τη χημεία τους στο στούντιο, ο ίδιος επιμένει ότι ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικά φίλοι. «Τα πηγαίναμε καλά και δουλεύαμε καλά μαζί, αλλά δεν κοινωνικοποιούμασταν», λέει. Η Μαντόνα επισκεπτόταν σπάνια το σπίτι του και η σχέση τους περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη μουσική. «Δεν υπήρχε “πάμε για φαγητό” ή “κάνουμε πάρτι”. Ήμουν στον γάμο της με τον Σον Πεν, αλλά ήταν κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος εκεί». Η απόσταση ανάμεσά τους έγινε μεγαλύτερη με τα χρόνια. Ο Λέοναρντ αποκαλύπτει ότι δεν έχουν μιλήσει «εδώ και δεκαετίες». Όταν η Μαντόνα αποφάσισε στα τέλη των '90s να αλλάξει κατεύθυνση και να συνεργαστεί με τον William Orbit στο “Ray of Light”, του το ανακοίνωσε μέσω email. «Ελπίζω να μην προσβληθείς», του έγραψε, εξηγώντας ότι ήθελε έναν πιο ηλεκτρονικό ήχο. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν δίσκο της» Κι όμως, παρά την απόσταση, ο Λέοναρντ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ξαναδουλέψουν μαζί. «Αν με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε “θέλεις να γράψουμε ένα τραγούδι;”, θα έλεγα “ναι, πάμε”». Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι σχεδόν σοκαριστικό στον τρόπο που μιλά για τη μουσική της. Όταν ερωτάται αν έχει ακούσει το νέο τραγούδι της Μαντόνα με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ, κάνει παύση και απαντά: «Δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν δίσκο της. Και το λέω κυριολεκτικά. Δεν ακούω νέα μουσική εδώ και σχεδόν 30 χρόνια». Η προσωπικότητα του Λέοναρντ είναι γεμάτη αντιφάσεις. Βωμολόχος, καυστικός, εξαιρετικά ευφυής, μοιάζει ταυτόχρονα περήφανος και κουρασμένος από τη μυθολογία που έχει χτιστεί γύρω από το όνομά του. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα όταν η συζήτηση φτάνει στο “Like a Prayer”, ίσως το πιο αμφιλεγόμενο τραγούδι της καριέρας του. Το τραγούδι του 1989 προκάλεσε παγκόσμιο σοκ κυρίως λόγω του videoclip, όπου η Μαντόνα φιλά έναν μαύρο άγιο μέσα σε εκκλησία, ενώ γύρω της καίγονται σταυροί της Κου Κλουξ Κλαν. Το Βατικανό καταδίκασε δημόσια το βίντεο, ενώ η Pepsi ακύρωσε χορηγική συμφωνία εκατομμυρίων δολαρίων με τη τραγουδίστρια. «Ήταν απαραίτητο να εξοργίσεις όλο τον κόσμο;» Ο Λέοναρντ, μεγαλωμένος σε καθολική οικογένεια, θυμάται τη στιγμή που ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ απαγόρευσε ουσιαστικά το τραγούδι. «Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: “Η γιαγιά σου κλαίει επειδή ο Πάπας απαγόρευσε το τραγούδι σου”». Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί μέχρι σήμερα ότι η πρόκληση ήταν υπερβολική. «Θα την κοιτούσα στα μάτια και θα της έλεγα: “Ήταν πραγματικά απαραίτητο να εξοργίσεις όλο τον κόσμο με αυτό το βίντεο;”». Και συμπληρώνει: «Το τραγούδι λειτουργεί ακόμα και χωρίς να προκαλεί κανέναν. Δεν ήταν η οργή του Πάπα που το έκανε διαχρονικό». Για εκείνον, η πραγματική δύναμη του “Like a Prayer” βρίσκεται αλλού: στη σύνθεση, στα φωνητικά και στην αναλογική ηχογράφηση που χάρισε στο κομμάτι μια σχεδόν μυστικιστική ζωντάνια. «Αν βάλεις το “Like a Prayer” σε ένα καλό στερεοφωνικό και καθίσεις μπροστά στα ηχεία, προσπάθησε να βρεις κάτι καλύτερο. Καλή τύχη», λέει με χαρακτηριστική αλαζονεία. «Θα πάλευα ακόμα και με τον Hulk Hogan αν έλεγε ότι δεν είναι καλό τραγούδι». Κι όμως, όσο σημαντική κι αν υπήρξε η συνεργασία του με τη Μαντόνα, ο ίδιος φαίνεται πιο συγκινημένος όταν μιλά για τον Λέοναρντ Κοέν. Η γνωριμία τους έγινε μέσω του γιου του Κοέν, Άνταμ, και κατέληξε σε μια επταετή δημιουργική σχέση που γέννησε τα τρία τελευταία άλμπουμ του μεγάλου τραγουδοποιού: “Old Ideas”, “Popular Problems” και “You Want It Darker”. «Ήταν η μεγαλύτερη συνεργατική εμπειρία της ζωής μου», λέει χωρίς δισταγμό. «Καθόμασταν μέρα με τη μέρα και απλώς φτιάχναμε πράγματα. Δεν υπήρξε ποτέ άλλος σαν τον Λέοναρντ Κοέν». Όταν ο Κοέν πέθανε το 2016, ο Λέοναρντ ένιωσε πως είχε κλείσει ο κύκλος των μεγάλων συνεργασιών του. «Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο Κοέν ήταν το τελευταίο σπίτι στον δρόμο για μένα», λέει χαρακτηριστικά. Άλλη μία καθοριστική στιγμή της καριέρας του ήταν η συνεργασία με τον Ρότζερ Γουότερς των Pink Floyd. Ως φανατικός θαυμαστής της μπάντας από παιδί, η γνωριμία μαζί του έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. «Ξαφνικά υπήρχε μια τεράστια παρουσία των Pink Floyd στη ζωή μου», θυμάται. Οι δυο τους δούλεψαν σχεδόν δύο χρόνια πάνω στο “Amused to Death”, έναν δίσκο που ο Λέοναρντ θεωρεί από τις κορυφαίες δουλειές της ζωής του. Στο τέλος της συζήτησης, ο άνθρωπος που βοήθησε να γραφτεί η ιστορία της pop μοιάζει σχεδόν μελαγχολικός. Αναρωτιέται πώς θα τον θυμάται τελικά ο κόσμος. «Μακάρι κάπου στη διαδρομή να υπήρχε κάτι που να ισορροπούσε λίγο όλη αυτή την pop πλευρά, ώστε να μπορώ να είμαι περισσότερο ο εαυτός μου», λέει. Αλλά για εκατομμύρια ανθρώπους που έζησαν τη ζωή τους μέσα από τραγούδια όπως το “Like a Prayer” ή το “Live to Tell”, ο Πάτρικ Λέοναρντ έχει ήδη εξασφαλίσει μια θέση στο πάνθεον της σύγχρονης μουσικής. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site