Sigmalive
Υπήρχε μια εποχή στην Κύπρο που το φλερτ ήταν πραγματικό extreme sport. Χωρίς κινητά. Χωρίς Instagram. Χωρίς Tinder. Χωρίς location sharing. Χωρίς «είδα ότι είδες το story μου αλλά δεν απάντησες». Μόνο θάρρος, τύχη και λίγη βοήθεια από την παρέα. Και ναι, παρά τις δυσκολίες, κατά περίεργο τρόπο… ο κόσμος τα κατάφερνε. 1. Το αρχαίο κυπριακό Tinder : η βόλτα πάνω–κάτω Πριν τα swipes, υπήρχε η βόλτα . Μακαρίου, Φοινικούδες, παραλιακή, έξω από καφετέριες, ντισκοτέκ και παγωταρίες. Οι νέοι της Κύπρου περπατούσαν πάνω–κάτω χωρίς κανέναν απολύτως πρακτικό λόγο. Ή μάλλον υπήρχε λόγος. Να σε δουν. Το concept ήταν απλό: Περνώ «τυχαία» μπροστά σου 17 φορές μέχρι να με προσέξεις. Αν υπήρχε eye contact πάνω από τρία δευτερόλεπτα, αυτό θεωρείτο σχεδόν επίσημη γνωριμία. Αν χαμογελούσε κιόλας; Φίλε… σπίτι πήγαινες με soundtrack. Και φυσικά υπήρχε πάντα ένας που περνούσε δήθεν αδιάφορος ενώ από μέσα του έκανε: «Θώρει με. Θώρει με. Θώρει με.» Και μετά: «Εν με είδε.» 2. Οι φίλοι : το unofficial intelligence service Σήμερα έχεις stalking. Τότε είχες τον ξάδερφο που ήξερε κάποιον που ήξερε τη φίλη της . Η παρέα λειτουργούσε σαν CIA. — «Ποια είναι;» — «Με ποιον ήρτε;» — «Έχει σχέση;» — «Εν που τον Στρόβολο ή που τη Λακατάμια;» Και πάντα υπήρχε ο φίλος που αναλάμβανε mission impossible. — «Άφησέ το πάνω μου.» Έφευγε για reconnaissance mission και επέστρεφε με πληροφορίες επιπέδου gossip υπηρεσίας: — «Νομίζω σε κοίταξε.» — «Η φίλη της είπε ότι είσαι συμπαθητικός.» — «Εν ξέρω αν έχει γκόμενο αλλά νομίζω εν complicated.» Το «νομίζω» τότε ήταν αρκετό για να σου δώσει αυτοπεποίθηση μέχρι τα Χριστούγεννα. 3. Το τηλεφώνημα υψηλού ρίσκου Αν έπαιρνες αριθμό τηλεφώνου, τότε ξεκινούσε το πραγματικό survival game. Το σταθερό του σπιτιού. Όχι προσωπικό κινητό. Το σπίτι. Με γονείς. Και έντονο άγχος. Χτυπά το τηλέφωνο. — «Παρακαλώ;» Και ξαφνικά η καρδιά πάει 180. Γιατί κατά 83% απαντούσε πρώτος ο πατέρας. Ο οποίος ακουγόταν λες και έκανε ανάκριση σε αστυνομικό σταθμό. — «Ποιος τη ζητά;» Κι εσύ 19 χρονών, με ιδρώτα: — «Εεε… εγώ… ένας φίλος…» Λάθος. Κακή απάντηση. Suspicious immediately. Αν απαντούσε η μάνα, υπήρχε άλλη διαδικασία: — «Ποιος είσαι αγόρι μου;» — «Από πού είσαι;» — «Τι δουλειά κάνει ο παπάς σου;» Εσύ απλά ήθελες να πεις: «Να πάμε για καφέ, κυρία μου. Όι να παντρευτούμε αύριο.» 4. Το μεγάλο μυστήριο: «Θα έρθει απόψε;» Σήμερα ξέρεις τα πάντα. Έχει location. Έχει message. Έχει «είμαι καθ’ οδόν». Τότε; ΤΙΠΟΤΑ. Έπρεπε να πας στο μαγαζί και να ελπίζεις. Ίσως να έρθει. Ίσως όχι. Ίσως να έρθει με άλλο. Ίσως να μείνει σπίτι γιατί είχε εξετάσεις. Ίσως να πήγε αλλού. Και όμως… αυτό ήταν μέρος της μαγείας.Η προσμονή. Το μυστήριο. Το δράμα. Στεκόσουν έξω από τη ντισκοτέκ λες και περίμενες την αποκάλυψη της ζωής σου. Και όταν τελικά εμφανιζόταν; Ξαφνικά το βράδυ αποκτούσε νόημα. Η μουσική ακουγόταν καλύτερη. Οι φίλοι γίνονταν πιο αστείοι. Και το confidence ανέβαινε χωρίς καμία απολύτως λογική εξήγηση. Όχι. Δεν ήταν όλα καλύτερα τότε. Υπήρχε άγχος. Υπήρχε awkwardness. Υπήρχε πολλή απόρριψη. Αλλά ίσως υπήρχε και κάτι που σήμερα σπανίζει: λίγο περισσότερο μυστήριο και πολύ λιγότερα screenshots . Και τώρα η δύσκολη ερώτηση για τους παλιούς: Πού γινόταν το καλύτερο φλερτ στην Κύπρο; Στη ντισκοτέκ, στην καφετέρια, στις βόλτες με το αυτοκίνητο ή έξω από το θερινό σινεμά;
Go to News Site