Sigmalive
Ο διεθνής Τύπος της εβδομάδας εστιάζει στην πολυαναμενόμενη αμερικανοϊρανική συμφωνία και στα ασύμβατα κενά που εξακολουθούν να την περιβάλλουν: η Ουάσιγκτον επιδιώκει επανάνοιγμα του Στενού του Ορμούζ και διάθεση εμπλουτισμένου ουρανίου, ενώ η Τεχεράνη αρνείται να παραδώσει τον έλεγχο του στενού. Την ίδια ώρα, η πρόσφατη σύνοδος Τραμπ-Σι στο Πεκίνο εμφανίζεται με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αναγνώσεις, καθώς οι κινεζικές πηγές προβάλλουν την «αμοιβαία ωφέλεια», ενώ οι δυτικές αμφισβητούν τις βασικές της παραδοχές. Στο Ισραήλ εκφράζεται έντονη ανησυχία ότι μια «χλιαρή συμφωνία» θα ξεκινήσει την αντίστροφη μέτρηση για νέο πόλεμο. Στο ουκρανικό μέτωπο, η Μόσχα υποστηρίζει ότι έχει επέλθει διεθνής κόπωση, ενώ το Κίεβο αναδεικνύει τη βελτιωμένη απόδοση των drones. Στα διεθνή πρωτοσέλιδα καλύπτονται επίσης η ευρωπαϊκή παθητικότητα έναντι της ισραηλινής ακροδεξιάς και οι εξελίξεις στην Κούβα. Ο δυτικός Τύπος Ο Miles Yu, σε παρέμβαση με τίτλο «Δέκα ψεύδη για την Κίνα που αποκάλυψε η σύνοδος κορυφής Τραμπ-Σι», η οποία δημοσιεύθηκε στη The Washington Times (ημερομηνία πρόσβασης: 28 Μαΐου), αναλύει δέκα βασικά αφηγήματα που, κατά την άποψή του, καταρρίπτονται μετά τη σύνοδο κορυφής Τραμπ-Σι του Μαΐου 2026. Ο Yu, διευθυντής του Κέντρου Κίνας στο Ινστιτούτο Hudson, απορρίπτει τη θεωρία της «Παγίδας του Θουκυδίδη» ως ιστορικά εσφαλμένη, αμφισβητεί ότι η Ταϊβάν αποτελεί τον πυρήνα της διένεξης ΗΠΑ-Κίνας και υποστηρίζει ότι η νήσος είναι ήδη, de facto, ανεξάρτητη. Επισημαίνει επίσης ότι ο Σι δεν συνιστά στρατηγική μεγαλοφυΐα, καθώς η Κίνα αντιμετωπίζει δημογραφική κρίση, επιβράδυνση λόγω χρέους και πολιτική αστάθεια. Υποστηρίζει ακόμη ότι η Κίνα δεν είναι ειρηνόφιλο κράτος, ότι η «αμοιβαία συνεργασία» αποτελεί επικίνδυνη ψευδαίσθηση, ότι ο «αμοιβαίος σεβασμός» λειτουργεί ως κινεζική προπαγανδιστική παγίδα και ότι το ΚΚΚ δεν εκπροσωπεί τον κινεζικό λαό. Καταλήγει ότι μόνο η στρατηγική σαφήνεια —και όχι η «θεατρική» διπλωματία των συνόδων κορυφής— μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη στην Ινδο-Ειρηνική και πέραν αυτής. Το περιοδικό The Economist δημοσίευσε ανάλυση με τίτλο «Πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν» (ημερομηνία πρόσβασης: 26 Μαΐου). Το άρθρο εξετάζει την πορεία των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν, δύο μήνες μετά την έναρξη ισχύος της εκεχειρίας, η οποία αρχικά είχε προβλεφθεί για δύο εβδομάδες. Ο Τραμπ διεμήνυσε ότι μια συμφωνία «σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη διαπραγματευθεί» και θα ανακοινωθεί σύντομα, ωστόσο την επομένη υπογράμμισε ότι δεν πρέπει να υπάρξει βιασύνη. Σύμφωνα με την ανάλυση, η υπό διαμόρφωση συμφωνία προβλέπει παράταση της εκεχειρίας κατά τουλάχιστον 60 ημέρες, επαναλειτουργία του Πορθμού του Ορμούζ, επιβολή περιορισμών στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και σταδιακή άρση κυρώσεων. Παραμένουν, ωστόσο, κρίσιμα ζητήματα, όπως το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου (άνω των 400 κιλών σε επίπεδα κοντά στο οπλικό) και το χρονοδιάγραμμα άρσης των κυρώσεων. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές χαρακτηρίζουν τη συμφωνία «καταστροφή», ενώ η άνοδος των τιμών καυσίμων εντείνει την πολιτική πίεση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Η αβεβαιότητα εκτιμάται ότι θα παραταθεί για μήνες. «Η παθητικότητα της Ευρώπης απέναντι στην ισραηλινή ακροδεξιά» ήταν ο τίτλος του κύριου άρθρου της Le Monde (ημερομηνία πρόσβασης: 28 Μαΐου), το οποίο αξιολογεί τη στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων μετά τη δημοσιοποίηση, από τον Ισραηλινό υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβίρ, βίντεο ταπείνωσης φιλοπαλαιστινίων ακτιβιστών που συνελήφθησαν σε διεθνή ύδατα ενώ συμμετείχαν σε ανθρωπιστική αποστολή. Ο Μπεν-Γκβίρ παρουσίασε τους κρατουμένους δεμένους και γονατιστούς, κίνηση που προκάλεσε την αντίδραση του πρωθυπουργού Νετανιάχου και του υπουργού Εξωτερικών, οι οποίοι καταδίκασαν δημόσια τις εικόνες. Το άρθρο επισημαίνει ότι η Ευρώπη καταγγέλλει τα συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά παρέμεινε επί χρόνια σιωπηλή απέναντι σε συστηματικές κακομεταχειρίσεις Παλαιστινίων κρατουμένων — σύμφωνα με το B’Tselem, περίπου 100 Παλαιστίνιοι έχουν πεθάνει υπό ισραηλινή κράτηση τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Μόνο τρία κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν επιβάλει κυρώσεις στον Μπεν-Γκβίρ, ενώ η Γαλλία απουσιάζει. Η εφημερίδα χαρακτηρίζει αυτή τη στάση εκκωφαντικά αντιφατική. Ο Κουβανός συγγραφέας Carlos Manuel Álvarez, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στην αγγλόφωνη έκδοση της El País με τίτλο «Κόκκινα τριαντάφυλλα για τη CIA στην Αβάνα» (ημερομηνία πρόσβασης: 27 Μαΐου), αποδομεί τη συνάντηση στην Αβάνα μεταξύ του διευθυντή της CIA, John Ratcliffe, και του επικεφαλής της κουβανικής υπηρεσίας πληροφοριών, Ramón Romero Curbelo. Επισημαίνει ότι η δημόσια αποκάλυψη του Curbelo —ενός στρατηγάρχη που έως τώρα δεν εμφανιζόταν με την επίσημη ιδιότητά του— υποδηλώνει διάβρωση ισχύος σε αυστηρά αδιαφανή καθεστώτα. Ερμηνεύει τη συνάντηση ως ένδειξη ότι ο καστρισμός επιδιώκει να κερδίσει χρόνο μέσω μιας «ήπιας εισβολής» κεφαλαίων, αντί να οδηγηθεί σε κατάρρευση. Υπογραμμίζει επίσης ότι η CIA παρέκαμψε πολιτικούς διαμεσολαβητές, ακόμη και τον πρόεδρο Ντίαθ-Κανέλ, απευθυνόμενη κατευθείαν στον πυρήνα της κρατικής ασφάλειας. Το αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, συνιστά «αντικλιμακτική κατάληξη ενός ιστορικού εγκλήματος». Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής Οι Jeffrey Sachs και Sybil Fares, σε κοινή παρέμβαση με τίτλο «Ο πόλεμος κατά του Ιράν πιθανότατα θα τελειώσει με αμερικανική υποχώρηση» που δημοσιεύθηκε στο Al Jazeera (ημερομηνία πρόσβασης: 27 Μαΐου), υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος που ξεκίνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου εξαντλείται και η μόνη ρεαλιστική κατάληξη είναι η αμερικανική απεμπλοκή. Κατά τους συγγραφείς, το αρχικό σχέδιο «αποκεφαλισμού» που υποτίθεται θα διέλυε το ιρανικό καθεστώς απέτυχε: η ηγεσία της Τεχεράνης παρέμεινε ενιαία, ο πληθυσμός συσπειρώθηκε και οι Φρουροί της Επανάστασης ενίσχυσαν τη θέση τους. Το άρθρο αποδίδει την αποτυχία σε τέσσερις παράγοντες: στη βαθιά υποτίμηση του ιρανικού πολιτισμού, στην τεχνολογική ωριμότητα της Τεχεράνης, στη μετατόπιση των πολεμικών τεχνολογιών —φθηνά drones των 20.000 δολαρίων έναντι αμερικανικών αναχαιτιστικών πυραύλων αξίας 4 εκατ. δολαρίων— και στην εξάρθρωση του αμερικανικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων. Οι Sachs και Fares προβλέπουν ότι η σύγκρουση θα κλείσει με ντε φάκτο status quo: η Τεχεράνη θα διατηρήσει επιχειρησιακό έλεγχο του Ορμούζ, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο θα συρρικνωθεί, ενώ οι πυρηνικές και πυραυλικές δυνατότητες θα παραμείνουν ουσιαστικά ανέπαφες. Ο Danny Zaken, σε ανάλυση με τίτλο «Η αναδυόμενη συμφωνία με το Ιράν αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση για τον επόμενο πόλεμο» που δημοσιεύθηκε στην Israel Hayom στις 24 Μαΐου, καταγράφει τη βαθιά ανησυχία της Ιερουσαλήμ απέναντι στο σχεδιαζόμενο μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο Τραμπ εμφανίζεται διστακτικός υπό την πίεση Ρεπουμπλικανών που χαρακτηρίζουν τη συμφωνία «καταστροφή» και έχει διαμηνύσει ότι οι διαπραγματευτές δεν θα βιαστούν, ενώ ο ναυτικός αποκλεισμός παραμένει σε ισχύ. Το κείμενο εστιάζει στα δύο μεγάλα κενά: στο πυρηνικό ζήτημα, όπου η Τεχεράνη επιχειρεί να θολώσει τις ρήτρες περί εμπλουτισμένου ουρανίου και αρνείται να συμπεριλάβει το ουράνιο εμπλουτισμού 20%, και στον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, που η Ουάσιγκτον απαιτεί να ανοίξει πλήρως ενώ το Ιράν δηλώνει ότι θα παραμείνει υπό τον έλεγχό του υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος δηλώνει στον Zaken ότι μια συμφωνία υπό τους όρους αυτούς θα τερματίσει τον πόλεμο χωρίς να εξαλείψει την ιρανική απειλή, ξεκινώντας πρακτικά «την αντίστροφη μέτρηση για τον επόμενο πόλεμο» που, κατά την εκτίμησή του, θα έρθει σε λίγα χρόνια. Ο Τύπος της Ασίας «Η Κίνα εξαπολύει πόλεμο λέξεων» ήταν ο τίτλος της παρέμβασης του Marcin Jerzewski, που δημοσιεύθηκε στην Taipei Times στις 26 Μαΐου. Ο Jerzewski, ερευνητής του Taiwan NextGen Foundation, αναλύει πώς η Κίνα επιδιώκει να αποκτήσει λεκτικό και αφηγηματικό πλεονέκτημα μέσω της συνόδου κορυφής Τραμπ-Σι, με ιδιαίτερη στόχευση στο ζήτημα της Ταϊβάν. Υπογραμμίζει ότι οι δύο ηγέτες παρουσίασαν διαφορετικές εκδοχές της συνάντησης στα εγχώρια ακροατήριά τους: ο Τραμπ επικεντρώθηκε στο εμπόριο, ενώ ο Σι τόνισε ότι «ο ΟΗΕ δεν έχει ψηφίσει για Δύο Κίνες ή “μία Κίνα, μία Ταϊβάν”», ισχυρισμός αμφίβολης ακρίβειας που δεν αντικρούστηκε. Ο αρθρογράφος εντοπίζει περιθώριο παρέμβασης: η Ταϊβάν και οι σύμμαχοί της οφείλουν όχι μόνο να αντικρούουν το κινεζικό αφήγημα, αλλά και να διαμορφώνουν ενεργά τον δικό τους διπλωματικό λόγο. Ο Harald Brüning, γράφοντας στη People’s Daily Online («Σύνοδος κορυφής Κίνας-ΗΠΑ: υπόδειγμα διπλωματίας κεφαλής κράτους», 25 Μαΐου 2026), παρουσιάζει τη σύνοδο κορυφής στη Γενεύη ως παράδειγμα της «διπλωματίας κορυφής» του Σι Τζινπίνγκ. Επαινεί την αρχή της «αμοιβαίας ωφέλειας», η οποία, κατά τον ίδιο, αναδεικνύει την Κίνα σε παράγοντα ισορροπίας έναντι της «ασταθούς» αμερικανικής πολιτικής. Εκτιμά ότι η εμπορική «ανακωχή», η επανέναρξη στρατιωτικών επικοινωνιών και η συνεργασία για την αντιμετώπιση της φαιντανύλης αντανακλούν τη βούληση του Πεκίνου να διαδραματίσει σταθεροποιητικό ρόλο. Αν και αναμένει αντιδράσεις από το αμερικανικό Κογκρέσο, θεωρεί ότι το κλίμα της συνόδου δημιουργεί περιθώρια για πρακτική αποκλιμάκωση. Ο Τύπος της Ρωσίας και Ουκρανίας Στο ρεπορτάζ με τίτλο «Στον ΟΗΕ έχει επικρατήσει κούραση από το Ουκρανικό», που δημοσιεύθηκε στην Izvestia από τον Semen Boikov (ημερομηνία πρόσβασης: 28 Μαΐου), καταγράφεται η εκτίμηση της Μόσχας ότι το ουκρανικό ζήτημα εξαντλεί την προσοχή της διεθνούς κοινότητας. Ο Ρώσος αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών Αλεξάντερ Αλίμοφ δηλώνει στην εφημερίδα ότι η κόπωση γίνεται αισθητή στα βασικά όργανα του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένων του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης, ενώ η ουκρανική διευθέτηση παραμένει σε αδιέξοδο. Ο πρώην αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Σεργκέι Ορτζονικίντζε σημειώνει στην ίδια εφημερίδα ότι το αρχικό «hype» γύρω από το Κίεβο, που είχε καλλιεργηθεί από τη Δύση, έχει υποχωρήσει. Παρά την επιμονή του Κιέβου, των Βαλτικών κρατών, της Πολωνίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας να φέρνουν αντιρωσικά ψηφίσματα, ο εμπειρογνώμων του Valdai Αντρέι Κορτούνοφ θεωρεί ότι η αποτελεσματικότητα αυτής της προπαγανδιστικής χρήσης του ΟΗΕ φθίνει. Το ρεπορτάζ καταλήγει ότι οι ρωσοαμερικανικές διαβουλεύσεις παραμένουν παγωμένες, με την Ουάσιγκτον επικεντρωμένη στην ιρανική κρίση και το Κίεβο να απορρίπτει εδαφικούς συμβιβασμούς, ενώ η ΕΕ προετοιμάζει την πρώτη εκταμίευση από δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς το Κίεβο. Ο Francis Farrell, σε εκτενή ανάλυση με τίτλο «Αρχίζει η Ουκρανία να κερδίζει ξανά τον πόλεμο;» που δημοσιεύθηκε στην Kyiv Independent (ημερημονία πρόσβασης: 28 Μαΐου), υποστηρίζει ότι στο μέτωπο εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά από καιρό θετικά σημάδια για το Κίεβο. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, οι ρωσικές εαρινές επιχειρήσεις δεν παρουσιάζουν την επιτάχυνση των προηγούμενων ετών: βάσει στοιχείων του ουκρανικού αναλυτικού φορέα DeepState, τον τελευταίο χρόνο τα ρωσικά εδαφικά κέρδη ανήλθαν σε 672 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έναντι 827 της αντίστοιχης περιόδου πέρυσι, ενώ οι ρωσικές απώλειες παραμένουν εξίσου υψηλές. Ο αρθρογράφος αποδίδει τη μεταβολή στην εκρηκτική άνοδο των drones FPV —τα οποία ευθύνονται για το 80% των απωλειών εκατέρωθεν—, στην ηγεσία του ουκρανικού υπουργείου Άμυνας από τον Mykhailo Fedorov και στην επιτυχία της Ουκρανίας να αποκόψει τον Φεβρουάριο την πρόσβαση των ρωσικών δυνάμεων στο Starlink μέσω παρέμβασης του Έλον Μασκ. Παράλληλα, σημειώνει ότι η ουκρανική ικανότητα πληγμάτων μέσου βεληνεκούς ωριμάζει χάρη στα νέα μαζικά παραγόμενα drones FP-2 και Hornet. Η ανάλυση καταλήγει ότι αν η ισορροπία αρχίσει να γέρνει υπέρ της Ουκρανίας, ο Πούτιν θα αναγκαστεί τελικά να επιλέξει μεταξύ ολικής επιστράτευσης, με κίνδυνο ρήξης του εσωτερικού κοινωνικού συμβολαίου, ή περιορισμού των πολεμικών του στόχων. Πηγή: KΥΠΕ
Go to News Site