Collector
Η «εξήγηση» για κάθε ισχυρισμό της «Σάντη» - Άφαντο παραμένει το κινητό της | Collector
Η «εξήγηση» για κάθε ισχυρισμό της «Σάντη» - Άφαντο παραμένει το κινητό της
Sigmalive

Η «εξήγηση» για κάθε ισχυρισμό της «Σάντη» - Άφαντο παραμένει το κινητό της

Η Αστυνομία Κύπρου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι σοβαρές καταγγελίες που προβλήθηκαν δημόσια από τον Μακάριο Δρουσιώτη δεν τεκμηριώνονται από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια μιας εκτεταμένης και πολυεπίπεδης έρευνας, η οποία διενεργήθηκε σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Αυτό ανακοίνωσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας σε διάσκεψη Τύπου, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της διερεύνησης μιας υπόθεσης που απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη και προκάλεσε σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη λειτουργία θεσμών και κρατικών αξιωματούχων. Σύμφωνα με τον Αρχηγό της Αστυνομίας, οι καταγγελίες αφορούσαν ιδιαίτερα σοβαρούς ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, διαφθορά, συγκάλυψη, εκβιασμούς, παρακολουθήσεις και παρεμβάσεις σε κρατικούς θεσμούς. Παράλληλα, στους ισχυρισμούς γινόταν αναφορά σε πρόσωπα που κατείχαν ή εξακολουθούν να κατέχουν υψηλά αξιώματα στη δικαστική, πολιτική και δημόσια ζωή του τόπου, γεγονός που ενέτεινε το δημόσιο ενδιαφέρον και την απαίτηση για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Όπως ανέφερε, η αποστολή της Αστυνομίας δεν είναι να υιοθετεί ή να απορρίπτει αφηγήματα που αναπτύσσονται στη δημόσια σφαίρα, αλλά να διερευνά αντικειμενικά κάθε καταγγελία, συλλέγοντας στοιχεία και τεκμήρια που μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα. Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε μεγάλη ανακριτική ομάδα, η οποία αξιοποίησε όλες τις διαθέσιμες ανακριτικές, επιστημονικές, τεχνικές και διεθνείς δυνατότητες της Αστυνομίας. Η έρευνα περιλάμβανε τη λήψη μεγάλου αριθμού καταθέσεων, την ανάλυση ηλεκτρονικών δεδομένων, δικανικές εξετάσεις τεκμηρίων, γραφολογικούς ελέγχους, άνοιγμα και έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και ελέγχους σε κρατικά μητρώα, στο Κτηματολόγιο, στον Έφορο Εταιρειών και σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Σύμφωνα με τον Αρχηγό της Αστυνομίας, το τελικό συμπέρασμα δεν βασίστηκε σε εκτιμήσεις ή υποθέσεις, αλλά σε μαρτυρίες, τεχνικά ευρήματα, ανεξάρτητες εξετάσεις και αντικειμενικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της διερεύνησης. Όπως ανακοινώθηκε, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα σοβαρά αδικήματα τα οποία αποδίδονταν στα πρόσωπα που κατονομάζονταν στις καταγγελίες. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα ευρήματα των ανακριτών, το περιεχόμενο του δεκατετρασέλιδου εγγράφου που βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης, όπως επίσης τα επίμαχα μηνύματα, τα ηχητικά αποσπάσματα και το ευρύτερο αφήγημα που παρουσιάστηκε δημόσια, κρίθηκαν ως ψευδή και κατασκευασμένα. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσιάστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία. Σύμφωνα με την Αστυνομία, η διερεύνηση κατέδειξε ότι χρησιμοποιήθηκε εφαρμογή η οποία επέτρεπε τη δημιουργία εικονικών συνομιλιών και μηνυμάτων, με δυνατότητα καθορισμού αποστολέα, περιεχομένου και χρόνου αποστολής, ώστε αυτά να εμφανίζονται ως αυθεντικά. Παράλληλα, οι δικανικές εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τηλεφωνικές συσκευές που συνδέονταν με την υπόθεση δεν εντόπισαν οποιαδήποτε δεδομένα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη των επίμαχων επικοινωνιών ή να στηρίζουν το περιεχόμενο των συνομιλιών που είχαν δημοσιοποιηθεί. Η Αστυνομία αναφέρει επίσης ότι κρίσιμοι ισχυρισμοί που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης ελέγχθηκαν εξαντλητικά μέσα από επίσημα αρχεία, κρατικά μητρώα, οικονομικές έρευνες, μαρτυρίες τρίτων προσώπων και ανεξάρτητες τεχνικές εξετάσεις. Από τους ελέγχους αυτούς, σύμφωνα με την επίσημη θέση των Αρχών, δεν επιβεβαιώθηκε κανένας από τους ισχυρισμούς που αφορούσαν πρόσωπα, οικονομικές συναλλαγές, παρεμβάσεις σε θεσμούς, παρακολουθήσεις ή άλλες καταγγελλόμενες παράνομες ενέργειες. Μετά την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού από ομάδα λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα εναντίον των προσώπων στα οποία αποδίδονταν οι καταγγελλόμενες συμπεριφορές. Παράλληλα, η Νομική Υπηρεσία έδωσε οδηγίες για τη διερεύνηση ενδεχόμενης διάπραξης ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με τη δημιουργία, δημοσίευση και διάδοση των επίμαχων μηνυμάτων, καθώς και με δηλώσεις και αναρτήσεις που έγιναν στο διαδίκτυο. Κλείνοντας, ο Αρχηγός της Αστυνομίας τόνισε ότι η υπόθεση διερευνήθηκε με τη σοβαρότητα που επέβαλλε η φύση των καταγγελιών και η σημασία τους για την κοινωνία και το κράτος δικαίου. Υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς δεν οικοδομείται μέσα από δημόσιες δηλώσεις, αλλά μέσα από τη διεξαγωγή πλήρων και αμερόληπτων ερευνών, οι οποίες στηρίζονται αποκλειστικά σε αποδείξεις και αντικειμενικά δεδομένα. Η εφαρμογή για τη δημιουργία μηνυμάτων Ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Βύρωνας Βύρωνος στη συνέχεια προχώρησε σε παρουσίαση των ευρημάτων της διερεύνησης. Όπως είπε, από την κατάθεση που έδωσε η φερόμενη «Σάντη» στην Αστυνομία, είχε αναφέρει ότι τα μηνύματα που είδαν το φως της δημοσιότητας «ήταν προϊόν της φαντασίας της και η ίδια τα είχε κατασκευάσει με συγκεκριμένη εφαρμογή, το Call Assistant». Όπως είπε, η «Σάντη» έκανε επίδειξη στους ανακριτές για τη χρήση της εφαρμογής, από την οποία διαφάνηκε η ευκολία με την οποία τη χρησιμοποιούσε. Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, η αστυνομία κατάσχεσε αριθμό τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τηλεφωνικές συσκευές, οι οποίες εξετάστηκαν στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων του Αρχηγείου Αστυνομίας, «και δεν εντοπίστηκε καμία επικοινωνία τόσο μεταξύ του πρώην δικαστή και της «Σάντης», όσο και μεταξύ αυτής και των άλλων προσώπων που εμφανίζονταν στην υπόθεση. Όπως είπε, στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και η Europol. Ερωτηθείς για τη συνδρομή του FBI στην υπόθεση, ο Αρχηγός της Αστυνομίας είπε ότι επιβεβαιώθηκε ότι οι μέθοδοι και η διαδικασία της Αστυνομίας συμφωνούν απόλυτα με τις συστάσεις του FBI, δίνοντας ως παράδειγμα την εισήγηση για οικονομικές έρευνες, κάτι το οποίο ήδη έκανε η Αστυνομία. Στη συνέχεια, ο Βύρωνας Βύρωνος παρουσίασε τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στα μηνύματα, και στις αναρτήσεις του κ. Δρουσιώτη, τους οποίους εξέτασε η Αστυνομία. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στον ισχυρισμό για σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης «Σάντης» από τον πρώην δικαστή, με τη γέννηση ενός κοριτσιού, που πέθανε από λευχαιμία. Όπως είπε, ο ισχυρισμός έχει καταρριφθεί τόσο από την ίδια αλλά και από ανεξάρτητες μαρτυρίες και από εξετάσεις που έγιναν στα αρχεία του κράτους. Το ίδιο συνέβη και για άλλους ισχυρισμούς, όπως η απόκτηση άλλων παιδιών με τον πρώην δικαστή. Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, καταρρίφθηκαν, επίσης, οι ισχυρισμοί που αφορούσαν τον θάνατο του πατέρα της «Σάντης» και της πρώην συζύγου του δικαστή. Για τον ισχυρισμό που αφορούσε ταξίδι της «Σάντης» στη Γαλλία με τον δικαστή, όταν ήταν ανήλικη και φιλοξενία της σε έπαυλη, ο κ. Βύρωνος είπε ότι η ίδια σε κατάθεση της είπε ότι ουδέποτε ταξίδεψε εκεί, ενώ από εξετάσεις διαφάνηκε ότι πρόσωπο που εμφανιζόταν σε σχετική φωτογραφία αναγνωρίστηκε και του λήφθηκε κατάθεση, αναφέροντας ότι αυτή προέρχεται από δική του ανάρτηση σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Καταρρίφθηκε, επίσης, ο ισχυρισμός για πρόκληση σωματικής βλάβης από τον δικαστή στη «Σάντη», αφού αφενός η ίδια είπε ότι ήταν δικό της κατασκεύασμα και αφετέρου δεν εντοπίστηκε κάτι σε ιατροδικαστικό έλεγχο που έγινε. Παράλληλα, η σχετική φωτογραφία εντοπίστηκε ότι κατέβηκε από το διαδίκτυο. Από γραφολογική εξέταση που διενεργήθηκε για το σημείωμα σε φάκελο που υποτίθεται ότι περιείχε λεφτά για χρηματισμό της «Σάντης» ταυτοποιήθηκε ότι επρόκειτο για γραφόμενα της ίδιας, κάτι το οποίο δήλωσε και η ίδια στην κατάθεσή της. Απορρίφθηκε, επίσης, ο ισχυρισμός ότι η «Σάντη» μετέβη στη Γερμανία, με τη βοήθεια δημοσιογράφου και φιλοξενήθηκε από καταφύγιο γυναικών. Ο Εκπρόσωπος της Αστυνομίας είπε ότι από ανεξάρτητη μαρτυρία διαφάνηκε ότι την ίδια περίοδο αυτή εργαζόταν σε συγκεκριμένη εταιρεία στην Κύπρο, ενώ μεταξύ 2021 και 2026 η «Σάντη» έχει μεταβεί μόνο μία φορά στο εξωτερικό, στην Ελλάδα, για εκπαίδευση μέσω της εργασίας της. Επιπλέον, από το ηχητικό που κυκλοφόρησε που φερόταν να μιλά η ίδια από Γερμανία, είπε ότι εντοπίστηκε το πρόσωπο στο οποίο ανήκε το τηλέφωνο, και του λήφθηκε κατάθεση. Όσον αφορά τα μηνύματα που φέρονταν να είχαν υποκλαπεί από το τηλέφωνο του δικαστή, σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, η «Σάντη» δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ στην κατοχή της το τηλέφωνο του δικαστή και τα συγκεκριμένα μηνύματα τα είχε κατασκευάσει η ίδια. Όπως σημείωσε, από εξετάσεις που έγιναν φαίνονται «ξεκάθαρα λάθη». Συγκεκριμένα, έκανε αναφορά σε ταυτόχρονη απεικόνιση στοιχείων που παρατηρούνται σε λειτουργικό iOS και Android, σε ταυτόχρονη απεικόνιση διαφορετικών ωρών, σε αποκοπή και επικόλληση πολλαπλών στιγμιότυπων οθόνης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για τις οικονομικές πτυχές της υπόθεσης, ο κ. Βύρωνος είπε ότι ο ισχυρισμός για έμβασμα €850.000 σε δόσεις από την αδελφότητα των Ροδόσταυρων για εξαγορά της σιωπής της «Σάντης» και ο ισχυρισμός για εργοδότηση της στο Προεδρικό καταρρίφθηκαν, τόσο από καταθέσεις της ίδιας, από καταθέσεις από την εταιρεία που εμφανιζόταν στην κατάσταση λογαριασμού στο διαδίκτυο και από καταθέσεις της αδελφότητας των Ροδόσταυρων. «Ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε εξαγορά ή υπήρξε οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων στους λογαριασμούς που έχουν αποκαλυφθεί», είπε ο κ. Βύρωνος, προσθέτοντας ότι στη συγκεκριμένη αδελφότητα δεν εγγράφονται γυναίκες. Ο μόνος ισχυρισμός που φαίνεται να επιβεβαιώνεται είναι αυτός που αφορά την εργοδότησή της στο Ταχυδρομείο, με τον κ. Βύρωνος να σημειώνει ότι έγινε στο πλαίσιο προγράμματος ΕΕΕ, στο οποίο εργοδοτήθηκαν όσοι έκαναν αίτηση. Όσον αφορά τις μετοχές του δικαστή και της συζύγου του στην GoGordian, ο κ. Βύρωνος είπε ότι έγιναν εξετάσεις τόσο στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, όσο και στον Έφορο Εταιρειών και έχουν απορριφθεί οι ισχυρισμοί. Ερωτηθείς για το κατά πόσο εξετάστηκαν οι ισχυρισμοί που αφορούσαν την υπόθεση Focus, ο Αρχηγός είπε ότι εξετάστηκαν όλες οι πτυχές της υπόθεσης και το περιεχόμενο των μηνυμάτων και δεν βρέθηκε κάτι. Αναφορικά με το ηχητικό που αφορούσε τον Γιώργο Μυλωνάκη, ο κ. Βύρωνος είπε ότι η «Σάντη» είπε ότι το ηχητικό ήταν ψεύτικο και το είχε κατασκευάσει «χωρίς να το γνωρίζει το πρόσωπο που μιλούσε μαζί του». Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, το πρόσωπο αυτό εντοπίστηκε και του λήφθηκε κατάθεση. Απορρίφθηκαν, επίσης, οι ισχυρισμοί που αφορούσαν το όνομα του Μορφάκη Σολωμονίδη για κοριούς στη Νομική Υπηρεσία, ενώ ο ισχυρισμός για συνάντηση της με τον Γενικό Εισαγγελέα «δεν έγινε ποτέ». Ο ισχυρισμός για τον διορισμό του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα καταρρίφθηκε τόσο με κατάθεσή της, όσο και με κατάθεση των άλλων προσώπων που εμπλέκονταν στα μηνύματα, συνέχισε ο κ. Βύρωνος. Τέλος, είπε ότι καταρρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι ο άγνωστος με το όνομα «user 6» και η αποστολή μηνυμάτων προς τον δικαστή για ευχαριστίες για τον διορισμό Επαρχιακού Δικαστή έχουν καταρριφθεί τόσο από την ίδια στις καταθέσεις της «που έλεγε ότι ήταν στη φαντασία της», σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, όσο και από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους. «Από την έρευνα που έγινε από την Αστυνομία δεν στοιχειοθετήθηκε κανένα αδίκημα εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Όλα τα μηνύματα διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν γνήσια και το περιεχόμενό τους, το οποίο εξετάστηκε επίσης, φάνηκε ότι ήταν ψευδές και ανυπόστατο», είπε καταληκτικά ο κ. Βύρωνος. Οι διευκρινίσεις Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Αρχηγός της Αστυνομίας ανέφερε ότι οι οδηγίες που έχουν δοθεί από τη Νομική Υπηρεσία αφορούν τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με τη δημιουργία, δημοσίευση και διάδοση πλαστών εγγράφων. Όπως δήλωσε, «οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας είναι διερεύνηση τυχόν ποινικών αδικημάτων που αφορούν τη δημιουργία, τη δημοσίευση και εν γένει διάδοση πλαστών εγγράφων. Τα άτομα που αφορούν έχουν ενημερωθεί και θα περάσουν από ανάκριση». Σε άλλη ερώτηση, αναφέρθηκε στο ζήτημα των συλλήψεων και στον χρόνο ολοκλήρωσης των ερευνών, υπογραμμίζοντας ότι «οι συλλήψεις δεν είναι αυτοσκοπός και ότι δεν έγιναν συλλήψεις επειδή διερευνούσαν τη μαρτυρία. Αν λέτε ότι καθυστερήσαμε είτε σκόπιμα είτε άθελα, εμείς δεν το λέμε. Διερευνούσαμε την υπόθεση. Η Αστυνομία δεν μπήκε στην προεκλογική εκστρατεία. Εμείς δεν είχαμε σκοπό να βιαστούμε να το βγάλουμε ή όχι. Όταν ήταν έτοιμη η μαρτυρία, πήγαμε στο Γενικό Εισαγγελέα και είχαμε κατάληξη. Δεν μας επηρέασαν οι εκλογές. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση που δημοσιεύτηκε στην προεκλογική». Κληθείς να σχολιάσει τις πληροφορίες που διέρρεαν στον Τύπο κατά τη διάρκεια της έρευνας, αλλά και τις αναφορές περί πολιτικών πιέσεων ή προσπάθειας να προηγηθεί η ανακοίνωση του πορίσματος για το «Κράτος Μαφία», ο Αρχηγός της Αστυνομίας απέρριψε κατηγορηματικά τέτοια σενάρια. Όπως ανέφερε, «Δεν μπορούσαμε σε μία μέρα να μελετήσουμε και να βγάλουμε ανακοίνωση. Εγώ χθες είδα ότι θα ανακοινωθεί το πόρισμα για Κράτος Μαφία. Είναι ένα πόρισμα που είναι δύο χρόνια, εμείς είμαστε δύο μήνες. Όταν ήμασταν έτοιμοι, πήγαμε στη Νομική Υπηρεσία. Η διερεύνηση που ξεκινά τώρα είναι συγκεκριμένη. Η διερεύνηση ξεκίνησε». Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Βύρωνας Βύρωνος, αναφέρθηκε στα αποτελέσματα της τεχνικής διερεύνησης της υπόθεσης και ειδικότερα στην εξέταση του κινητού τηλεφώνου του δικαστή. Όπως σημείωσε, «το κινητό του Δικαστή παραλήφθηκε, εξετάστηκε και από εμάς και από τη Europol και δεν έδειξε οτιδήποτε». Σε άλλο σημείο της διάσκεψης, ο Αρχηγός της Αστυνομίας ανέφερε ότι οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας προέκυψαν μετά από αξιολόγηση του ανακριτικού υλικού, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει τα πρόσωπα που ενδεχομένως θα βρεθούν στο επίκεντρο της διερεύνησης. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «από τη μελέτη του ανακριτικού υλικού, η Νομική Υπηρεσία μας έδωσε οδηγίες για διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων. Δεν είπα ποια πρόσωπα. Δεν θα απαντήσω ποια είναι». Ερωτηθείς για τον τρόπο με τον οποίο προέκυπταν τα πρόσωπα που κατονομάζονταν στους ισχυρισμούς, ο Αρχηγός της Αστυνομίας υποστήριξε πως «ήταν στην φαντασία της και πιθανό μετά από συζήτηση με κάποιους να έθετε τα άτομα στο τραπέζι και ενημέρωση από το διαδίκτυο». Σε ερώτηση για τα ευρήματα της Europol, ο Θεμιστός Αρναούτης εξήγησε ότι ο ευρωπαϊκός οργανισμός λειτουργεί βάσει δικών του διαδικασιών και πρωτοκόλλων, προσθέτοντας ότι αυτό που επιβεβαιώθηκε ήταν τα ίδια συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν και τα εργαστήρια της κυπριακής Αστυνομίας. Πρόσθεσε ότι «Η Σάντη έδωσε εξηγήσεις για τα πρόσωπα που ενέπλεξε, παραδέχθηκε ότι ήταν στη φαντασία της και μετά από συζήτηση με άλλον ή άλλους ή και από συζητήσεις στο διαδίκτυο. Σε άλλο σημείο μάλιστα, τόνισε ότι πρόσωπα, τα οποία ενδεχομένως να έχουν υποκινήσει τη Σάντη. Σε άλλο σημείο παραδέχθηκε ότι ένα κινητό έχει παραδώσει η Σάντη, ενώ ο Βύρωνος επιβεβαίωσε ότι το πρώτο κινητό της δεν έχει εντοπιστεί από τις Αρχές. Αναφερόμενος στο ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί για το γραφείο του Νίκου Κληρίδη, ο Αρχηγός της Αστυνομίας διευκρίνισε ότι «εμείς δεν είπαμε ότι ήταν λάθος ένταλμα. Πηγαίνουμε με στοιχεία στο Δικαστήριο για ένταλμα και εκείνο εκδίδει ή όχι». Σε σχέση με τη συνδρομή του FBI στην υπόθεση, ο κ. Αρναούτης ανέφερε πως «η αναφορά ήταν ότι οι μέθοδοι και η διαδικασία της Αστυνομίας, συμφώνησαν απόλυτα. Είναι διαφορετικό ποινικό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης στις ΗΠΑ και η λήψη καταθέσεων». Απαντώντας σε ερώτηση για το πώς ήταν δυνατό να υπάρχουν στη διάθεση της Σάντη τηλεφωνικοί αριθμοί συγκεκριμένων προσώπων, ο Αρχηγός της Αστυνομίας σημείωσε ότι αρκετοί πολίτες δημοσιοποιούν οι ίδιοι τα στοιχεία επικοινωνίας τους. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι έχει ήδη παραδοθεί στις Αρχές μία κινητή συσκευή που αποδίδεται στη Σάντη. Σε άλλη τοποθέτησή του, ο κ. Αρναούτης υπογράμμισε τις επιπτώσεις που είχαν οι επίμαχοι ισχυρισμοί σε πρόσωπα που βρέθηκαν στο στόχαστρο της δημόσιας συζήτησης. Όπως ανέφερε, «κάποιοι άνθρωποι λοιδορήθηκαν, κατηγορήθηκαν με ψεύτικα μηνύματα, κάποιοι ήταν υποψήφιοι βουλευτές. Θα πρέπει η Πολιτεία να κάνει οτιδήποτε δυνατό να διερευνήσει αν οι αναφορές ήταν αληθείς και αν υπάρχει ποινικό αδίκημα να διερευνηθεί. Δεν έχουμε κάποιο κίνητρο, υπάρχουν ισχυρισμοί». Για τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας, ο Αρχηγός εξήγησε ότι «ο πάροχος παρέχει δεδομένα μέχρι έξι μήνες πίσω, αλλά δεν παρέχει το περιεχόμενο. Αυτό είναι στη συσκευή. Δεν θα μπω στη διαδικασία για τεχνικά μηνύματα». Κληθείς να σχολιάσει τη σχέση του με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τους ισχυρισμούς περί παρεμβάσεων του Κώστα Φυτιρή στο έργο της Αστυνομίας, ο Αρχηγός απέρριψε κατηγορηματικά τέτοιους ισχυρισμούς, σημειώνοντας ότι «δεν υπάρχει καμία παρέμβαση, υπάρχει μία παραγωγική συνεργασία. Υπάρχουν ξεκάθαροι ρόλοι, η Πολιτεία δίνει την κατεύθυνση και η Αστυνομία έχει την ευθύνη για την εφαρμογή. Σε κάποιες περιπτώσεις αν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, καθόμαστε κάτω και το συζητούμε». Σε ερώτηση για την απόφασή του που αφορά την ΟΠΕ, ο Θεμιστός Αρναούτης υπενθύμισε ότι η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δηλώνοντας πως «υπάρχει μία διαδικασία στο Διοικητικό Δικαστήριο, το σέβομαι απόλυτα και να σεβαστούμε την απόφαση όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία». Τέλος, ο Αρχηγός της Αστυνομίας ανέφερε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε οικονομική αποτίμηση της έρευνας, καθώς κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε προτεραιότητα. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να αποκαλύψει τα πρόσωπα που ενδέχεται να ερευνηθούν στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, τονίζοντας πως «δεν θα αναφερθώ σε πρόσωπα που θα ερευνηθούν και θα ανακριθούν, δεν θα αποκαλύψω προσωπικά δεδομένα οποιουδήποτε ατόμου». Διαβάστε επίσης: Υπόθεση Σάντη:Βγήκε πόρισμα-Όλα ένα ψέμα,τώρα ερευνούν ποινικά για αναρτήσεις

Go to News Site