iefimerida
Ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Σεφ θυμάται τη στιγμή που ο Στιβ Τζομπς έστησε ένα ολοκαίνουργιο κομπιούτερ Macintosh στο παιδικό δωμάτιο του 9χρονου Σον Λένον. Στις 9 Οκτωβρίου 1984, μια βροχερή νύχτα στο Μανχάταν, συνέβη μια συνάντηση που σήμερα μοιάζει σχεδόν... μυθική. Στο διαμέρισμα της Γιόκο Όνο στο θρυλικό Dakota της Νέας Υόρκης, εκεί όπου λίγα χρόνια νωρίτερα είχε δολοφονηθεί ο Τζον Λένον, ένας εννιάχρονος Σον Λένον άνοιγε τα δώρα των γενεθλίων του. Ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκονταν μερικές από τις σημαντικότερες μορφές της αμερικανικής τέχνης και κουλτούρας: ο Άντι Γουόρχολ, ο Κιθ Χέρινγκ, η Ρομπέρτα Φλακ, ο Χάρι Νίλσον, ο Γουόλτερ Κρόνκαϊτ. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας 28χρονος επιχειρηματίας με τζιν και λευκό πουκάμισο, ο οποίος κουβαλούσε ένα μεγάλο κουτί. Το όνομά του ήταν Στιβ Τζομπς και μέσα στο κουτί βρισκόταν κάτι που επρόκειτο να αλλάξει τον κόσμο. Ένα κομπιούτερ Macintosh στο παιδικό δωμάτιο του Σον Το περιστατικό καταγράφεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δημοσιεύματα που γράφτηκαν ποτέ για τον συνιδρυτή της Apple. Ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Σεφ, ο τελευταίος άνθρωπος που πήρε μεγάλη συνέντευξη από τον Τζον Λένον πριν από τη δολοφονία του, θυμάται τη στιγμή που ο Τζομπς έστησε ένα ολοκαίνουργιο κομπιούτερ Macintosh στο παιδικό δωμάτιο του Σον. Το δωμάτιο γέμισε σιγά σιγά από περίεργους επισκέπτες που παρακολουθούσαν τον μικρό να σχεδιάζει στην οθόνη χρησιμοποιώντας μια συσκευή που ελάχιστοι είχαν ξαναδεί: το ποντίκι του υπολογιστή. «Κοίτα, Κιθ! Σχεδίασα έναν κύκλο!» Ο πιο εντυπωσιασμένος απ’ όλους ήταν ο Άντι Γουόρχολ. Ο πατέρας της ποπ αρτ, άνθρωπος που είχε μετατρέψει τις κονσέρβες σούπας και τα πορτρέτα διασημοτήτων σε έργα τέχνης, παρακολουθούσε αποσβολωμένος τη μικρή ασπρόμαυρη οθόνη. Όταν ο Τζομπς τον κάλεσε να δοκιμάσει, ο Γουόρχολ δυσκολεύτηκε ακόμη και να καταλάβει πώς λειτουργούσε το ποντίκι. Το σήκωνε στον αέρα σαν μπαγκέτα μαέστρου μέχρι που ο νεαρός επιχειρηματίας τού έδειξε πώς να το σύρει στο πάτωμα. Λίγα λεπτά αργότερα, ο διάσημος καλλιτέχνης κοίταξε τον Κιθ Χέρινγκ με μάτια που έλαμπαν και αναφώνησε: «Κοίτα, Κιθ! Σχεδίασα έναν κύκλο!». Η σκηνή θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια γραφική ανάμνηση της δεκαετίας του 1980. Στην πραγματικότητα συμβόλιζε τη στιγμή κατά την οποία η τεχνολογία άρχισε να περνά από τα χέρια των μηχανικών και των προγραμματιστών στα χέρια των δημιουργών, των καλλιτεχνών και τελικά του ευρύτερου κοινού. Ο Τζομπς είχε καταλάβει κάτι που οι περισσότεροι ανταγωνιστές του αδυνατούσαν να δουν: ότι οι υπολογιστές δεν θα γίνονταν απαραίτητοι επειδή ήταν ισχυρότεροι, αλλά επειδή θα γίνονταν πιο ανθρώπινοι. Την εποχή εκείνη η Apple βρισκόταν σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η IBM είχε κατακλύσει την αγορά των προσωπικών υπολογιστών και η κυριαρχία της εταιρείας από το Κουπερτίνο αμφισβητούνταν όσο ποτέ άλλοτε. Οι αποτυχημένες προσπάθειες με τα μοντέλα Apple III και Lisa είχαν δημιουργήσει τεράστια πίεση. Ο ίδιος ο Τζομπς παραδεχόταν ότι η εταιρεία «στοιχημάτιζε τα πάντα» στον Macintosh. «Νιώθαμε το βάρος όλου του κόσμου στους ώμους μας», έλεγε. «Ξέραμε ότι έπρεπε να βγάλουμε τον λαγό από το καπέλο». «Γράφουμε ιστορία. Αλλάζουμε τον κόσμο» Ο Ντέιβιντ Σεφ συνάντησε τον Τζομπς εκείνη ακριβώς την περίοδο. Στα κεντρικά γραφεία της Apple, ο νεαρός διευθύνων σύμβουλος εμφανιζόταν με φανελένιο πουκάμισο, τζιν και αθλητικά παπούτσια, σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι επικεφαλής επιχειρήσεων φορούσαν κοστούμια και γραβάτες. Ήταν απαιτητικός σε βαθμό σκληρότητας. Μπροστά στον δημοσιογράφο επέπληξε εξαντλημένους μηχανικούς που δούλευαν νυχθημερόν για να διορθώσουν προβλήματα λογισμικού. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, μεταμόρφωσε την επίπληξη σε πύρινο λόγο. «Δεν φτιάχνουμε απλώς ένα προϊόν», τους είπε. «Γράφουμε ιστορία. Αλλάζουμε τον κόσμο». Η φράση ακούγεται σήμερα κοινότοπη, καθώς σχεδόν κάθε νεοφυής επιχείρηση της Σίλικον Βάλεϊ υπόσχεται να «αλλάξει τον κόσμο». Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 όμως ελάχιστοι επιχειρηματίες μιλούσαν με τέτοιους όρους. Ο Τζομπς δεν θεωρούσε τους υπολογιστές απλά εργαλεία παραγωγικότητας. Τους έβλεπε ως προέκταση της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Αυτή η φιλοσοφία εξηγεί γιατί η Apple επένδυσε τόσο πολύ στο γραφικό περιβάλλον χρήστη και στο ποντίκι. Όταν ο δημοσιογράφος παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε υπολογιστή της IBM αντί για Apple, ο Τζομπς αντέδρασε σαν να είχε ακούσει προδοσία. Του πρότεινε να γράψει ολόκληρο το άρθρο σε Macintosh ώστε να συγκρίνει τις δύο εμπειρίες. «Αν θέλω να σου δείξω έναν λεκέ στο πουκάμισό σου, δεν θα σου πω ότι βρίσκεται δεκατέσσερα εκατοστά κάτω από τον γιακά», εξηγούσε. «Θα τον δείξω με το δάχτυλό μου. Η υπόδειξη είναι κάτι που όλοι καταλαβαίνουμε». Ήταν μια ιδέα που φάνταζε επαναστατική σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι χρήστες έπρεπε να απομνημονεύουν περίπλοκες εντολές για να αποθηκεύσουν ή να ανοίξουν ένα αρχείο. Η εμμονή του Τζομπς με την απλότητα ήταν τέτοια ώστε ασχολούνταν προσωπικά ακόμη και με τις λεπτομέρειες μιας συνέντευξης που επρόκειτο να δημοσιευθεί γι’ αυτόν. Κατά τη διάρκεια των πολύμηνων συζητήσεών τους, ο Τζομπς μίλησε για τις επιρροές του, από τον Μπομπ Ντίλαν και τον Τζον Λένον μέχρι τον ιδρυτή της Polaroid Έντουιν Λαντ. Για τον ίδιο, οι μεγαλύτεροι ήρωες δεν ήταν οι πολιτικοί ή οι αθλητές αλλά οι άνθρωποι που συνδύαζαν τέχνη, επιστήμη και επιχειρηματικότητα. «Ο Έντουιν Λαντ ήταν ένας από τους μεγάλους ταραξίες της εποχής μας», έλεγε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν παρουσιάζονται ως πρότυπα». Ακόμη πιο εντυπωσιακές αποδεικνύονται σήμερα οι προβλέψεις του για το μέλλον. Το Διαδίκτυο όπως το γνωρίζουμε δεν υπήρχε ακόμη. Ο Παγκόσμιος Ιστός απείχε πάνω από μία δεκαετία. Κι όμως, ο Τζομπς μιλούσε ήδη για ένα εθνικό δίκτυο επικοινωνίας που θα συνέδεε εκατομμύρια ανθρώπους μέσω υπολογιστών. «Βρισκόμαστε μόνο στην αρχή αυτού που θα αποτελέσει μια πραγματικά αξιοσημείωτη ανακάλυψη, τόσο σημαντική όσο το τηλέφωνο», έλεγε. Όταν πιέστηκε να εξηγήσει περισσότερο, απάντησε: «Δεν ξέρω ακριβώς τι θα προκύψει. Ξέρω μόνο ότι θα είναι κάτι πολύ μεγάλο και πολύ καλό». Πολλά χρόνια αργότερα, η ιστορία θα τον δικαίωνε. Το iPod, το iPhone και το iPad θα μετέτρεπαν την Apple από εταιρεία υπολογιστών σε έναν από τους ισχυρότερους πολιτισμικούς οργανισμούς του πλανήτη. Όμως στο άρθρο του Ντέιβιντ Σεφ αποτυπώνεται ένας διαφορετικός Τζομπς: όχι ο δισεκατομμυριούχος θρύλος, αλλά ένας νεαρός οραματιστής που περπατά στους δρόμους της Νέας Υόρκης μετά το πάρτι του Σον Λένον συζητώντας για το μέλλον. Καθώς απομακρύνονταν από το Dakota μέσα στη βροχή, ο δημοσιογράφος τον ρώτησε τι ήταν αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο από τη βραδιά. Όχι ο Άντι Γουόρχολ που ανακάλυπτε τον ψηφιακό κόσμο ούτε οι διάσημοι καλεσμένοι. Εκείνος απάντησε σκεπτόμενος τον μικρό Σον Λένον. «Οι μεγαλύτεροι κάθονται και ρωτούν “τι είναι αυτό;”», είπε. «Τα παιδιά ρωτούν “τι μπορώ να κάνω με αυτό;”». Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Σεφ θυμάται τη στιγμή που ο Στιβ Τζομπς έστησε ένα ολοκαίνουργιο κομπιούτερ Macintosh στο παιδικό δωμάτιο του 9χρονου Σον Λένον. Στις 9 Οκτωβρίου 1984, μια βροχερή νύχτα στο Μανχάταν, συνέβη μια συνάντηση που σήμερα μοιάζει σχεδόν... μυθική. Στο διαμέρισμα της Γιόκο Όνο στο θρυλικό Dakota της Νέας Υόρκης, εκεί όπου λίγα χρόνια νωρίτερα είχε δολοφονηθεί ο Τζον Λένον, ένας εννιάχρονος Σον Λένον άνοιγε τα δώρα των γενεθλίων του. Ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκονταν μερικές από τις σημαντικότερες μορφές της αμερικανικής τέχνης και κουλτούρας: ο Άντι Γουόρχολ, ο Κιθ Χέρινγκ, η Ρομπέρτα Φλακ, ο Χάρι Νίλσον, ο Γουόλτερ Κρόνκαϊτ. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας 28χρονος επιχειρηματίας με τζιν και λευκό πουκάμισο, ο οποίος κουβαλούσε ένα μεγάλο κουτί. Το όνομά του ήταν Στιβ Τζομπς και μέσα στο κουτί βρισκόταν κάτι που επρόκειτο να αλλάξει τον κόσμο. Ένα κομπιούτερ Macintosh στο παιδικό δωμάτιο του Σον Το περιστατικό καταγράφεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δημοσιεύματα που γράφτηκαν ποτέ για τον συνιδρυτή της Apple. Ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Σεφ, ο τελευταίος άνθρωπος που πήρε μεγάλη συνέντευξη από τον Τζον Λένον πριν από τη δολοφονία του, θυμάται τη στιγμή που ο Τζομπς έστησε ένα ολοκαίνουργιο κομπιούτερ Macintosh στο παιδικό δωμάτιο του Σον. Το δωμάτιο γέμισε σιγά σιγά από περίεργους επισκέπτες που παρακολουθούσαν τον μικρό να σχεδιάζει στην οθόνη χρησιμοποιώντας μια συσκευή που ελάχιστοι είχαν ξαναδεί: το ποντίκι του υπολογιστή. «Κοίτα, Κιθ! Σχεδίασα έναν κύκλο!» Ο πιο εντυπωσιασμένος απ’ όλους ήταν ο Άντι Γουόρχολ. Ο πατέρας της ποπ αρτ, άνθρωπος που είχε μετατρέψει τις κονσέρβες σούπας και τα πορτρέτα διασημοτήτων σε έργα τέχνης, παρακολουθούσε αποσβολωμένος τη μικρή ασπρόμαυρη οθόνη. Όταν ο Τζομπς τον κάλεσε να δοκιμάσει, ο Γουόρχολ δυσκολεύτηκε ακόμη και να καταλάβει πώς λειτουργούσε το ποντίκι. Το σήκωνε στον αέρα σαν μπαγκέτα μαέστρου μέχρι που ο νεαρός επιχειρηματίας τού έδειξε πώς να το σύρει στο πάτωμα. Λίγα λεπτά αργότερα, ο διάσημος καλλιτέχνης κοίταξε τον Κιθ Χέρινγκ με μάτια που έλαμπαν και αναφώνησε: «Κοίτα, Κιθ! Σχεδίασα έναν κύκλο!». Η σκηνή θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια γραφική ανάμνηση της δεκαετίας του 1980. Στην πραγματικότητα συμβόλιζε τη στιγμή κατά την οποία η τεχνολογία άρχισε να περνά από τα χέρια των μηχανικών και των προγραμματιστών στα χέρια των δημιουργών, των καλλιτεχνών και τελικά του ευρύτερου κοινού. Ο Τζομπς είχε καταλάβει κάτι που οι περισσότεροι ανταγωνιστές του αδυνατούσαν να δουν: ότι οι υπολογιστές δεν θα γίνονταν απαραίτητοι επειδή ήταν ισχυρότεροι, αλλά επειδή θα γίνονταν πιο ανθρώπινοι. Την εποχή εκείνη η Apple βρισκόταν σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η IBM είχε κατακλύσει την αγορά των προσωπικών υπολογιστών και η κυριαρχία της εταιρείας από το Κουπερτίνο αμφισβητούνταν όσο ποτέ άλλοτε. Οι αποτυχημένες προσπάθειες με τα μοντέλα Apple III και Lisa είχαν δημιουργήσει τεράστια πίεση. Ο ίδιος ο Τζομπς παραδεχόταν ότι η εταιρεία «στοιχημάτιζε τα πάντα» στον Macintosh. «Νιώθαμε το βάρος όλου του κόσμου στους ώμους μας», έλεγε. «Ξέραμε ότι έπρεπε να βγάλουμε τον λαγό από το καπέλο». «Γράφουμε ιστορία. Αλλάζουμε τον κόσμο» Ο Ντέιβιντ Σεφ συνάντησε τον Τζομπς εκείνη ακριβώς την περίοδο. Στα κεντρικά γραφεία της Apple, ο νεαρός διευθύνων σύμβουλος εμφανιζόταν με φανελένιο πουκάμισο, τζιν και αθλητικά παπούτσια, σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι επικεφαλής επιχειρήσεων φορούσαν κοστούμια και γραβάτες. Ήταν απαιτητικός σε βαθμό σκληρότητας. Μπροστά στον δημοσιογράφο επέπληξε εξαντλημένους μηχανικούς που δούλευαν νυχθημερόν για να διορθώσουν προβλήματα λογισμικού. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, μεταμόρφωσε την επίπληξη σε πύρινο λόγο. «Δεν φτιάχνουμε απλώς ένα προϊόν», τους είπε. «Γράφουμε ιστορία. Αλλάζουμε τον κόσμο». Η φράση ακούγεται σήμερα κοινότοπη, καθώς σχεδόν κάθε νεοφυής επιχείρηση της Σίλικον Βάλεϊ υπόσχεται να «αλλάξει τον κόσμο». Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 όμως ελάχιστοι επιχειρηματίες μιλούσαν με τέτοιους όρους. Ο Τζομπς δεν θεωρούσε τους υπολογιστές απλά εργαλεία παραγωγικότητας. Τους έβλεπε ως προέκταση της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Αυτή η φιλοσοφία εξηγεί γιατί η Apple επένδυσε τόσο πολύ στο γραφικό περιβάλλον χρήστη και στο ποντίκι. Όταν ο δημοσιογράφος παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε υπολογιστή της IBM αντί για Apple, ο Τζομπς αντέδρασε σαν να είχε ακούσει προδοσία. Του πρότεινε να γράψει ολόκληρο το άρθρο σε Macintosh ώστε να συγκρίνει τις δύο εμπειρίες. «Αν θέλω να σου δείξω έναν λεκέ στο πουκάμισό σου, δεν θα σου πω ότι βρίσκεται δεκατέσσερα εκατοστά κάτω από τον γιακά», εξηγούσε. «Θα τον δείξω με το δάχτυλό μου. Η υπόδειξη είναι κάτι που όλοι καταλαβαίνουμε». Ήταν μια ιδέα που φάνταζε επαναστατική σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι χρήστες έπρεπε να απομνημονεύουν περίπλοκες εντολές για να αποθηκεύσουν ή να ανοίξουν ένα αρχείο. Η εμμονή του Τζομπς με την απλότητα ήταν τέτοια ώστε ασχολούνταν προσωπικά ακόμη και με τις λεπτομέρειες μιας συνέντευξης που επρόκειτο να δημοσιευθεί γι’ αυτόν. Κατά τη διάρκεια των πολύμηνων συζητήσεών τους, ο Τζομπς μίλησε για τις επιρροές του, από τον Μπομπ Ντίλαν και τον Τζον Λένον μέχρι τον ιδρυτή της Polaroid Έντουιν Λαντ. Για τον ίδιο, οι μεγαλύτεροι ήρωες δεν ήταν οι πολιτικοί ή οι αθλητές αλλά οι άνθρωποι που συνδύαζαν τέχνη, επιστήμη και επιχειρηματικότητα. «Ο Έντουιν Λαντ ήταν ένας από τους μεγάλους ταραξίες της εποχής μας», έλεγε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν παρουσιάζονται ως πρότυπα». Ακόμη πιο εντυπωσιακές αποδεικνύονται σήμερα οι προβλέψεις του για το μέλλον. Το Διαδίκτυο όπως το γνωρίζουμε δεν υπήρχε ακόμη. Ο Παγκόσμιος Ιστός απείχε πάνω από μία δεκαετία. Κι όμως, ο Τζομπς μιλούσε ήδη για ένα εθνικό δίκτυο επικοινωνίας που θα συνέδεε εκατομμύρια ανθρώπους μέσω υπολογιστών. «Βρισκόμαστε μόνο στην αρχή αυτού που θα αποτελέσει μια πραγματικά αξιοσημείωτη ανακάλυψη, τόσο σημαντική όσο το τηλέφωνο», έλεγε. Όταν πιέστηκε να εξηγήσει περισσότερο, απάντησε: «Δεν ξέρω ακριβώς τι θα προκύψει. Ξέρω μόνο ότι θα είναι κάτι πολύ μεγάλο και πολύ καλό». Πολλά χρόνια αργότερα, η ιστορία θα τον δικαίωνε. Το iPod, το iPhone και το iPad θα μετέτρεπαν την Apple από εταιρεία υπολογιστών σε έναν από τους ισχυρότερους πολιτισμικούς οργανισμούς του πλανήτη. Όμως στο άρθρο του Ντέιβιντ Σεφ αποτυπώνεται ένας διαφορετικός Τζομπς: όχι ο δισεκατομμυριούχος θρύλος, αλλά ένας νεαρός οραματιστής που περπατά στους δρόμους της Νέας Υόρκης μετά το πάρτι του Σον Λένον συζητώντας για το μέλλον. Καθώς απομακρύνονταν από το Dakota μέσα στη βροχή, ο δημοσιογράφος τον ρώτησε τι ήταν αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο από τη βραδιά. Όχι ο Άντι Γουόρχολ που ανακάλυπτε τον ψηφιακό κόσμο ούτε οι διάσημοι καλεσμένοι. Εκείνος απάντησε σκεπτόμενος τον μικρό Σον Λένον. «Οι μεγαλύτεροι κάθονται και ρωτούν “τι είναι αυτό;”», είπε. «Τα παιδιά ρωτούν “τι μπορώ να κάνω με αυτό;”». Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site