Δρ Αριστοτέλους: Η απομάκρυνση των ΒΒ προϋποθέτει προετοιμασία
Sigmalive

Δρ Αριστοτέλους: Η απομάκρυνση των ΒΒ προϋποθέτει προετοιμασία

Η απομάκρυνση των Βάσεων συνιστά μια εξαιρετικά σύνθετη, μακροπρόθεσμη και επίπονη στρατηγική επιλογή, που προϋποθέτει συστηματική προετοιμασία, διεθνείς συμμαχίες και ενσωμάτωση των παραμέτρων Ελλάδας, Τουρκίας και Κυπριακού στην όλη ανάλυση, αναφέρει σε ανάλυσή του ο Δρ Άριστος Αριστοτέλους, Ειδικός σε θέματα άμυνας και στρατηγικής, επικεφαλής του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών. Αντίθετα, σημειώνει, η βελτίωση της συνεργασίας συνιστά μια πιο άμεσα διαχειρίσιμη επιλογή εντός των υφιστάμενων ισορροπιών που με μεθοδικότητα και τους κατάλληλους χειρισμούς θα μπορούσε να προσκομίσει κέρδη. Ο Δρ Αριστοτέλους σημειώνει ότι η δημόσια τοποθέτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας επί του θέματος στο «Bloomberg» (19/03/2026) αφήνει ανοιχτές διαφορετικές ερμηνείες, επισημαίνοντας τον κίνδυνο παρερμηνειών. Όπως αναφέρει, διακρίνονται δύο επίπεδα: από τη μία ο στρατηγικός στόχος απομάκρυνσης των Βάσεων και από την άλλη η διαχείριση και βελτίωση του υφιστάμενου καθεστώτος, αναφέροντας ότι η διάκριση μεταξύ των δύο είναι θεμελιώδης. "Το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από το ευρύτερο γεωπολιτικό και πολιτικό περιβάλλον. Η Τουρκία αποτελεί καθοριστικό γεωπολιτικό παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η στρατιωτική της παρουσία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και οι επιδιώξεις της στην περιοχή σημαίνουν ότι οποιαδήποτε μεταβολή στο καθεστώς των Βάσεων θα είχε άμεσες προεκτάσεις στις περιφερειακές ισορροπίες. Μια πιθανή αποδυνάμωση της δυτικής στρατιωτικής παρουσίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως μεταβολή ισχύος ή δημιουργίας κενού ασφάλειας, με συνέπειες που ορισμένες υπερβαίνουν το διμερές πλαίσιο Κύπρου–Ηνωμένου Βασιλείου", επισημαίνει. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η Ελλάδα, ως εγγυήτρια δύναμη και βασικός στρατηγικός εταίρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα σε οποιαδήποτε αναδιάταξη στον τομέα της ασφάλειας. "Η στάση της επηρεάζει τόσο ενδεχόμενο ευρωπαϊκό χειρισμό όσο και τον βαθμό συντονισμού με τη Λευκωσία σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και αποτροπής", αναφέρει. Ακόμα, σημειώνει ότι το Κυπριακό παραμένει το θεμελιώδες πολιτικό υπόβαθρο. "Οι Βάσεις αποτελούν μέρος της αρχιτεκτονικής του 1960 και συνδέονται άμεσα με το καθεστώς ασφάλειας και εγγυήσεων. Οποιαδήποτε ουσιαστική αναθεώρηση του καθεστώτος τους θα είχε αναπόφευκτα επιπτώσεις και στη συζήτηση για το μέλλον της ασφάλειας σε ενδεχόμενη λύση", σημειώνει. Εξετάζοντας το πρώτο σενάριο, της απομάκρυνσης των Βάσεων, ο Δρ Αριστοτέλους αναφέρει ότι το ζήτημα των Βάσεων δεν είναι απλώς διμερές. Οι Βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας, όπως αναφέρει, είναι ενσωματωμένες στη στρατηγική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ, στη δυτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, και στη συνολική ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Εξάλλου, σημειώνει, οι τοποθετήσεις στο Βρετανικό Κοινοβούλιο (2/3/2026) επιβεβαιώνουν τη θέση ότι η κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου στις Βάσεις θεωρείται μη διαπραγματεύσιμη. Υπό αυτά τα δεδομένα, συνεχίζει ο Δρ Αριστοτέλους, μια τέτοια επιδίωξη θα απαιτούσε μακροχρόνια διπλωματική στρατηγική, συστηματική κινητοποίηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διασύνδεση με το Κυπριακό και την ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας, στενό συντονισμό με την Ελλάδα, διαχείριση των περιφερειακών παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων και, κυρίως, δημιουργία διεθνών συμμαχιών. "Χωρίς αυτά, η δημόσια ανάδειξη ενός τέτοιου στόχου ενδέχεται να δημιουργήσει προσδοκίες που δύσκολα θα επιβεβαιωθούν, με πιθανό διπλωματικό και πολιτικό κόστος", επισημαίνει. Όσον αφορά το δεύτερο σενάριο, στην περίπτωση που η Κυβέρνηση στοχεύει σε μια πιο περιορισμένη αλλά λειτουργική προσέγγιση, τότε η στόχευση θα μπορούσε να αφορά ενίσχυση της διαφάνειας στις δραστηριότητες των Βάσεων, βελτίωση των μηχανισμών συνεννόησης με το Λονδίνο, διασφάλιση ότι ενέργειες εντός των Βάσεων δεν εκθέτουν την Κυπριακή Δημοκρατία και πρακτικές διευθετήσεις προς όφελος των τοπικών κοινωνιών. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του ΚΚΣΜ, μια τέτοια προσέγγιση είναι πιο άμεσα εφαρμόσιμη και συμβατή με τις υφιστάμενες γεωπολιτικές ισορροπίες, περιλαμβανομένων των σχέσεων με την Ελλάδα, της στάσης της Τουρκίας και των παραμέτρων του Κυπριακού. Εξάλλου, επισημαίνει ότι η χρονική συγκυρία στην οποία ανοίγει το ζήτημα δεν είναι τυχαία. "Η ένταση στη Μέση Ανατολή, η αυξημένη χρήση των Βάσεων και η ευρύτερη ανασφάλεια στην περιοχή δημιουργούν εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις", αναφέρει. Επιπλέον, η τοποθέτηση του Προέδρου επί του θέματος μπορεί να εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους, σύμφωνα με τον ίδιο, μεταξύ των οποίων, να εκφράσει ανησυχίες της κυπριακής κοινωνίας, να λειτουργήσει ως μήνυμα προς το Λονδίνο για ανάγκη μεγαλύτερης διαβούλευσης, να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Κύπρου, να ενταχθεί σε ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης του Κυπριακού και των περιφερειακών ισορροπιών ή να προετοιμάσει έδαφος για μελλοντικές πρωτοβουλίες. "Στην εξωτερική πολιτική, η δημόσια ρητορική μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης ή προετοιμασίας. Όταν όμως προηγείται της ουσιαστικής διπλωματίας χωρίς σαφή στόχο, ενέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε πηγή σύγχυσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των δηλώσεων, αλλά η ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου", τονίζει. Προσθέτει, δε, ότι μια συνεκτική στρατηγική οφείλει να απαντά κατά πόσο επιδιώκεται αναθεώρηση του καθεστώτος ή διαχείρισή του, αν υπάρχει σταδιακή προσέγγιση ή μέγιστος στόχος, ποια είναι τα διαθέσιμα διπλωματικά εργαλεία, ποιος είναι ο βαθμός συντονισμού με την Ελλάδα, πώς εκτιμάται ο ρόλος της Τουρκίας, ποιες οι επιδράσεις στο Κυπριακό και ποιο είναι το ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα. Συμπερασματικά, αναφέρει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να θέτει ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία και την ασφάλειά της και η ανάδειξη του θέματος των Βρετανικών Βάσεων είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, κατανοητή και θεμιτή. "Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στην ανάδειξη του, αλλά στη διαχείριση του. Η απομάκρυνση των Βάσεων συνιστά μια εξαιρετικά σύνθετη, μακροπρόθεσμη και επίπονη στρατηγική επιλογή, που προϋποθέτει συστηματική προετοιμασία, διεθνείς συμμαχίες και ενσωμάτωση των παραμέτρων Ελλάδας, Τουρκίας και Κυπριακού στην όλη ανάλυση. Αντίθετα, η βελτίωση της συνεργασίας συνιστά μια πιο άμεσα διαχειρίσιμη επιλογή εντός των υφιστάμενων ισορροπιών που με μεθοδικότητα και τους κατάλληλους χειρισμούς θα μπορούσε να προσκομίσει κέρδη", υπογραμμίζει. Καταληκτικά, ο Δρ Αριστοτέλους αναφέρει ότι η αποσαφήνιση αυτής της κατεύθυνσης δεν αποτελεί ζήτημα επικοινωνίας, αλλά προϋπόθεση αξιοπιστίας. "Εξάλλου στην εξωτερική πολιτική, το πραγματικό σθένος δεν είναι να ανοίγεις δύσκολα ζητήματα — αλλά να μπορείς να τα εντάσσεις σε μια συνεκτική, εφαρμόσιμη και ωφέλιμη για τα συμφέροντα σου στρατηγική", αναφέρει. Πηγή: ΚΥΠΕ

Go to News Site